Ιστορία

Κλέφτες

Κλέφτες: Ένοπλα παράνομα σώματα ομάδων του βουνού[1]. Η εμφάνιση των κλεφτών στον ελληνικό χώρο θα πρέπει να τοποθετηθεί πολύ πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Την περίοδο των βυζαντινών αυτοκρατόρων, οι κλέφτες αποκαλούνταν απελάτες και ήταν κυρίως ζωοκλέφτες. Οι ομάδες των απελατών έρχονταν συχνά σε σύγκρουση με τα αστυνομικά σώματα του Βυζαντίου, τους Ακρίτες, με τους οποίους αρκετές φορές συνεργάζονταν για την αντιμετώπιση των εξωτερικών κινδύνων[2]. Μετά την Άλωση, ο αριθμός των απελατών – κλεφτών αυξήθηκε με γρήγορους ρυθμούς, με συνέπεια τη δημιουργία στρατοπέδων κλεφτών σε ολόκληρη την Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Καμπούρογλου, ο αριθμός των κλεφτών πιθανόν να έφτανε και τους 3.935.  Παρόλα αυτά, μόνο τα 482 ονόματα κλεφτών και αρματολών σώζονται[3]. Πληροφορίες για την ύπαρξη κλεφτών και αρματολών καταγράφονται στα κλέφτικα δημοτικά τραγούδια, στα απομνημονεύματα των αγωνιστών του ‘21, στους ξένους περιηγητές, αλλά και στις σημειώσεις του Ρήγα Παλαμίδη[4]

            Οι λόγοι, που τους οδηγούσαν να απομακρυνθούν από τις οικογενειακές τους εστίες ήταν η σκληρή στάση που επιδείκνυε η τουρκική εξουσία, μέσω της βαριάς φορολογίας και ποικίλων καταπιέσεων και αυθαιρεσιών απέναντι στην ατομική ιδιοκτησίας κ.α.. Έτσι, εξαναγκάζονταν να αποσυρθούν σε ορεινές και δύσβατες περιοχές του ελληνικού χώρου. Οι απρόσιτοι αυτοί τόποι δεν προσεγγίζονταν από Τούρκους στρατιώτες, ούτε από άρχοντες, εξαιτίας του φόβου που προκαλούσαν οι κλέφτες με τις πράξεις τους. Τα εδάφη αυτά δεν προστατεύονταν από στρατιωτικές δυνάμεις της εξουσίας των Τούρκων, με αποτέλεσμα να δρουν ανενόχλητοι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περιοχή των Αγράφων, όπου έδρασαν οι σημαντικότεροι κλέφτες του προεπαναστατικού αγώνα[5]. Συνήθιζαν να χρησιμοποιούν το γιουρούσι ως πολεμική τακτική και έβαζαν ως στόχο πλούσιους μουσουλμάνους, Αλβανούς μισθοφόρους, αλλά και χριστιανούς τουρκολάτρες, όπως τους αποκαλούσαν, ή και εξισλαμισμένους χριστιανούς. Έκλεβαν κυρίως ζώα, χρήματα και πολύτιμα αντικείμενα, πυρομαχικά, έκαναν επιθέσεις σε εμπορικές άμαξες, σε αποθήκες πόλεων ή μεταφορές μισθών, έκαναν δηλαδή το λεγόμενο πλιάτσικο[6].

            Διαιρούνταν σε τρεις τάξεις κλεφτών.   Η πρώτη τάξη ήταν αυτή του αρχηγού, ο οποίος εκλεγόταν με βάση την ικανότητα και το αξίωμα του ήταν, συνήθως, κληρονομικό. Παρόλα αυτά, δεν διαδεχόταν τον πατέρα ο πρωτότοκος γιος, αλλά ο αξιότερος. Τον Ιωάννη Κολοκοτρώνη δεν τον διαδέχθηκε, το 1772, ο πρωτότοκος γιος, αλλά ο Κωνσταντίνος, ο αξιότερος[7]. Οι κλέφτες, είχαν καλές σχέσεις με τους ποιμένες των βουνών, καθώς αυτοί τους περιέθαλπαν, όταν καταδιώκονταν από τους Τούρκους. Επίσης, καλές σχέσεις είχαν και με τους καλόγερους των διάφορων μονών, ενώ αντίθετα με τους ιερείς δεν είχαν πάντα καλές σχέσεις[8]. Σημαντικό ρόλο στην εκλογή τους έπαιζαν και οι κουμπαριές που συνάπτονταν με σημαίνοντα πρόσωπα της ελληνικής υπαίθρου. Τέτοια ήταν δημογέροντες, προεστοί κ.α., οι οποίοι τους συμπαραστέκονταν σε δύσκολες καταστάσεις[9]. Στη συνέχεια της ιεραρχίας, ακολουθούσαν τα/το πρωτοπαλίκαρο/α του αρχηγού. Κάθε σώμα κλεφτών είχε τον μπαϊρακτάρη του, το γραμματικό του, τον εμπειρικό γιατρό του, τον οικονόμο του, τα παλικάρια και τους ψυχογιούς του.  Υπήρχαν, επίσης, και τα κοπέλια, τα οποία είχαν υπηρετικά καθήκοντα, ενώ παράλληλα ήταν υποψήφια για παλικάρια.[10].

            Κάθε σώμα κλεφτών είχε τη δική ιδιαίτερη σημαία (φλάμπουρο). Απεικονιζόταν συνήθως, ο Άγιος Γεώργιος ή ο Άγιος Δημήτριος. Ακόμη, κάθε αρχηγός είχε τη δική του σφραγίδα, (δαχτυλίδι), η οποία ήταν πάντα ένα ξεχωριστό και ιδιαίτερο σύμβολο. Η ενδυμασία τους ήταν αρκετά περιποιημένη και επιβλητική, απαρτιζόμενη από πολλά μέρη, διαμορφωμένοι έτσι, ώστε να τους δίνει ελευθερία κινήσεων, αλλά και να μπορούν εφαρμόζουν τις πολεμικές τακτικές τους. Η πιο συνηθισμένη πολεμική τακτική ήταν το γιουρούσι, μέθοδο που εφάρμοσε και ο Κολοκοτρώνης εναντίον του Ιμπραήμ πασά[11].  Όταν δεν μάχονταν ασκούνταν στο σημάδι, στο λιθάρι, στο τρέξιμο και στο πήδημα. Ασκούνταν επιπροσθέτως,  στην αϋπνία, στη διψά και στην πείνα. Διασκέδαζαν με δημοτικά τραγούδια, ύμνους φονευμένων ή διακριμένων κλεφτών[12]. Ήταν ηθικοί και θρησκευόμενοι, σέβονταν την τιμή και τη ζωή των ομοεθνών τους. Σέβονταν τις γυναίκες, ενώ όποιος τις βίαζε τον έδιωχναν από το σώμα των κλεφτών ή των έβρισκε "κακό βόλι". Τα καθήκοντα τους καθορίζονταν από το άγραφο δίκαιο μεταξύ δυναστών κ ανυπότακτου δούλου. Υπερασπίζονταν τους αδύνατους φτωχούς χριστιανούς, πολεμούσαν τους μουσουλμάνους και τους τουρκολάτρες χριστιανούς, τους όποιους όταν τους έπιαναν τους έβαζαν να πληρώνουν κάποιο χρηματικό ποσό για τα παλληκάρια, ενώ σπάνια τους σκότωναν[13]. Αυτό είχε ως συνέπεια οι προύχοντες και οι κοτζαμπάσηδες να τους μισούν και να τους χαρακτηρίζουν με τα χειρότερα λόγια, ενώ αρκετοί ήταν εκείνοι που πίστευαν ότι εξαιτίας των ταραχών που προκαλούσαν οι κλέφτες δεν δημιουργούνταν οι βάσεις της επανάστασης[14].

             Συμπληρωματικά, θα πρέπει να αναφερθούν και οι περιπτώσεις διωγμών τους, όταν έρχονταν σε ανοιχτή σύγκρουση με την τουρκική εξουσία, κυρίως όταν αποκηρύσσονταν με φιρμάνι και ζητούσαν τα κεφάλια τους. Τότε σημαντικό ρόλο διαδραμάτιζαν οι κουμπάροι, οι οποίοι τους βοηθούσαν να δραπετεύσουν ή στη Μανή ή στα νησιά του Ιονίου[15] και τις Σποράδες[16]. Πρώτα, βέβαια, διασφάλιζαν τις οικογένεια τους σε ορεινά κρησφύγετα και μόνο όταν έπαιρναν αμνηστία επανέφεραν τις οικογένειες τους. Επίσης, σημαντική και καθοριστική  βοήθεια για τους κλέφτες, ήταν και οι τσελιγκάδες των βουνών, οι οποίοι τους έκρυβαν, τους παρείχαν τα απαραίτητα και από εκεί διεξήγαν κλεφτοπόλεμο με τους Τούρκους στρατιώτες, τους Αρβανίτες ή Αλβανίτες μισθοφόρους και με τους αρματολούς. 

            Η αγανάκτηση απέναντι στην αδικία των κατακτητών μεταφράστηκε με τη φυγή στα όρη, ενώ ο τρόπος δράσης τους, ήταν μια μορφή αντίστασης στον εχθρό. Μέσω των αρπαγών, των λεηλασιών, ο κλέφτης ένιωθε ότι  έκανε κάτι σημαντικό συγκριτικά με την κατάσταση που επικρατούσε στον ελληνικό χώρο. Κλείνοντας αυτή τη σύντομη αναφορά για τους κλέφτες, θα ήθελα να πω ότι αποδέχομαι και εγώ την άποψη του Παπαρηγόπουλου, ότι τα άτομα αυτά ή οι περισσότεροι εξ αυτών, δεν είχαν ακόμη διαμορφώσει εθνική συνείδηση ή τη σκέψη της πολιτικής ανεξαρτησίας. Πιθανόν να μάχονταν κατά των Τούρκων «ἐλαυανόμενοι μάλλον ἀπό σφοδροτάτου αὑτοματισμοῦ τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας καί τῆς χριστιανικῆς πίστεως ἢ ἔχοντες τό ὑψηλότερον αἲσθημα τῆς ὃλης πατρίδος»[17]. Ένας από τους πιο ονομαστούς κλέφτες της Πελοποννήσου ο Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης, ο οποίος εξοντώθηκε από του Τούρκος το 1803.

 

Οι αρματολοί ήταν ελαφριά επικουρικά σώματα, διορισμένα από την τουρκική εξουσία[18]. Είχαν σπίτια, οικογένειες, χωράφια και αμπέλια, μικρά ή μεγάλα ποίμνια και ψυχογιούς, παντρεύονταν, αποκτούσαν παιδιά. Τα παιδιά τους, συνήθιζαν να τα παντρεύουν με κόρες γνωστών οικογενειών της εποχής, για παράδειγμα ο γιος του Μπέη της Μάνης Γ. Γρηγοράκης, πήρε ως σύζυγο του, την κόρη του αρχικαπετάνιου Παναγιώταρου, Μαρία. Με τους γάμους αυτούς, γίνονταν ισχυρότεροι, μπορούσαν να επιβάλλουν την άποψή τους στην εξουσία και έτσι, κατά κάποιο τρόπο δρούσαν ανενόχλητοι[19]. Τα καθήκοντά τους ήταν ανάλογα με εκείνα των ντερβεντζήδων[20]. Αναλάμβαναν τη φύλαξη των δερβενιών, δηλαδή, των οδικών περασμάτων, των ορεινών διόδων, των γεφυρών, των χανιών κ.α..

            Πρώτη αναφορά, για αυτούς, στην οθωμανική ιστορία γίνεται, πιθανόν, το έτος 1285, όταν ο χριστιανός αρματολός Eratun στην επίθεση του Οσμάν γαζή εναντίον του Inegöl ειδοποίησε τον Οσμάν για κάποιον επερχόμενο κίνδυνο. Σε άλλες αναφορές των ετών 1357 (κατάληψη του φρουρίου konür στη Ρούμελη) και 1448 (μάχη του Κοσσόβου) ο αρματολός έχει τη σημασία του αγγελιαφόρου ή του κατασκόπου. Σύμφωνα με τον L. Barbar τα σώματα των αρματολών ιδρύθηκαν το 1421 από τον Μουράτ Α΄, γεγονός που δεν μπορεί εύκολα να αποδειχθεί από άλλες βιβλιογραφικές αναφορές, σίγουρο είναι όμως ότι η παγίωση του θεσμού έγινε από τον Μεχμέτ Β΄ (1451 – 1481). Τα έτη 1468 και 1473 χρησιμοποιήθηκαν από του Οθωμανούς ως επιδρομείς. O Σάθας υποστηρίζει ότι ο όρος αρματολός προέρχεται από τα ρωμαϊκά και βυζαντινά σώματα armati, άλλοι δέχονται τη λέξη armatore[21] με βενετική προέλευση, ενώ οι περισσότεροι ερευνητές δέχονται τον μεσαιωνικό όρο αρματολόγος, δηλαδή αυτός που ασχολείται με τα άρματα. Ο Γ. Χατζηδάκης και η Ε. Ζαχαριάδου θεωρούν ότι προέρχεται από το αρματολός σε συμφυρμό με τη λέξη άρματα, πλησιάζοντας περισσότερο στη οθωμανική λέξη martolos, ο οποίος σύμφωνα με τη Ζαχαριάδου, πρέπει να συσχετιστεί με την έννοια του όρου κλέφτης. Ο Leunclavious, το 1588, γράφει ότι martolos είναι  robber, ο Lazar, το 1600, γράφει ότι είναι κατάσκοπος και κλέφτης. Γεγονός είναι πάντως ότι ο θεσμός των αρματολών προϋπήρχε των Οθωμανών, ενώ πιθανόν να εφαρμόστηκε πρώτη φορά από τους Ρωμαίους και τους Βυζαντινούς[22]. Το σώμα των αρματολών (armatus/ armata)[23], την περίοδο του Βυζαντίου, είχε συγκροτηθεί κυρίως για τη φύλαξη των βυζαντινών συνόρων από του Σαρακηνούς, καθώς επίσης και για την αντιμετώπιση των απελατών.  Αυτά σχηματίστηκαν κατά την εποχή της δυναστείας του Ηρακλείου, τον 7ο αιώνα. Ουσιαστικά ήταν στρατιωτικές μονάδες, έμμισθων ανδρών[24], οι οποίοι δεν είχαν ένα συγκεκριμένο τόπο εγκατάστασης.

            Την περίοδο της τουρκοκρατίας, το σώμα των αρματολών συστάθηκε για την καταδίωξη των κλεφτών, καθώς δημιουργούσαν τεράστια προβλήματα, όχι μόνο στην τουρκική εξουσία, αλλά και στην τοπική, με αποτέλεσμα τις συνεχείς διαμαρτυρίες των προεστών και των κοτζαμπάσηδων στην τουρκική διοίκηση. Οι αρματολοί ήταν οι ίδιοι οι κλέφτες,  εκείνοι που είχαν το δικαίωμα να φέρουν όπλα. Ήταν οργανωμένοι σε στρατόπεδα, όπως οι κλέφτες, και ο αρχηγός τους ονομαζόταν και εδώ καπετάνιος ή καπεταναίος. Βασική διαφορά στην οργάνωση των αρματολών ήταν το ότι ο καπετάνιος είχε και   αξιωματικούς, αντιπροσώπους ή αποσπασματάρχες τους λεγόμενους κολιτσίδες (κόλι: υποδιαίρεση του αρματολικιού)[25].

            Αρματολός δεν γινόταν οποιοσδήποτε κλέφτης. Έπρεπε να ανήκει σε επίσημη στρατιωτική οικογένεια και διοριζόταν από τους Τούρκους. Οι αρματολοί αμείβονταν από τον εξαθλιωμένο χριστιανικό πληθυσμό, τους ραγιάδες. Σύμφωνα με τον Καμπούρογλου, οι Τούρκοι δίνοντας στους Χριστιανούς το δικαίωμα της ασφάλειας των μουσουλμάνων, είναι σαν να έδιναν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα πάνω στον ελληνικό χώρο. Είχαν πλήρη, σχεδόν, ελευθερία, προστάτευαν Τούρκους και χριστιανούς, ενώ προσπαθούσαν να επαναφέρουν τους ομοαίματους κλέφτες, στο «σωστό δρόμο», να επανέλθουν δηλαδή στη νομιμότητα ή στην υποταγή[26]. Όσες φορές συγκρούστηκα με τους κλέφτες, βασική αιτία ήταν οι διεκδικήσεις πάνω σε μια περιοχή. Τέλος, όποτε η αρματολοί είχαν διαφωνίες με τις τουρκικές αρχές γίνονταν ξανά κλέφτες[27].       

            Η περιοχή που είχαν υπό την εποπτεία τους οι αρματολοί λεγόταν, αρματολίκι ή καπεταναλίκι. Η Ρούμελη, η Ήπειρος, η Θεσσαλία και η Μακεδονία, ήταν διαιρεμένα σε αρματολίκια, ενώ στην Πελοπόννησο δεν παρατηρήθηκε αντίστοιχή οργάνωση. Πιθανόν να εφαρμόστηκε και εδώ αυτός, ο θεσμός, αλλά να μην χρησιμοποιήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ιδιαίτερα την περίοδο της Β’ κυριαρχίας των Τούρκων στην Πελοπόννησο (1715 – 1821) δεν υπάρχουν αρματολίκια. Βασικός λόγος ήταν η δύναμη των προκρίτων[28].  Από το 1717 ο Σουλτάνος παραχώρησε αρκετά προνόμια στους προύχοντες. Βασικός λόγος ήταν η βοήθεια που πρόσφεραν στους Τούρκους για την απομάκρυνση των Βενετών από την Πελοπόννησο[29]. Έτσι, οι αντίστοιχοι αρματολοί ήταν οι κάποι (= κάπηδες ή καπομπάσηδες) διορίζονταν για την φύλαξη των κατοίκων από του ζωοκλέφτες και κακοποιούς. Ήταν και αυτοί κλέφτες των βουνών, οι οποίοι ανάλογα με τις περιστάσεις διώκονταν από Τούρκους, όποτε δεν τους χρειάζονταν ή επαινούνταν για τα κατορθώματά τους, όταν τους χρειάζονταν[30]. Η αμοιβή τους ονομαζόταν καπιλίκι και προερχόταν και σε αυτήν την περίπτωση από τους φόρους των ραγιάδων.

 

Πως γινόταν ο κλέφτης           αρματολός:

Α. Συγκεντρώνονταν οι πρόκριτοι και οι επισημότεροι κάτοικοι του τόπου στο Διοικητήριο, παρόντος του Τούρκου διοικητή .

Β. Ειδοποιούσαν τον κλέφτη να προσέλθει, ώστε να δηλώσει υποταγή και στη συνέχεια να λάβει τη δικαστική απόφαση, η οποία τον αναγνώριζε αρματολό. Ο μελλοντικός αρματολός έστελνε συγγενείς του με διάφορα δώρα και δεν εμφανιζόταν ο ίδιος από φόβο μήπως είναι παγίδα.

Γ. Όταν διοριζόταν κάποιος αρματολός ταυτόχρονα, καθοριζόταν και ο αριθμός των παλικαριών, και η αμοιβή που εισέπραττε από τα διάφορα χωριά, τα οποία  ήταν υπό την προστασία του.

            Στην πραγματικότητα, τα πράγματα δεν συνέβαιναν πάντα έτσι. Ο Τούρκος διοικητής έστελνε γράμμα στον κλέφτη ότι γινόταν αρματολός, ενώ στους πρόκριτους και στους κατοίκους έστελνε έγγραφο λέγοντάς τους ποιον διόριζε αρχηγό[31].

            Από τους πρώτους σημαντικούς κλεφταρματολούς, η οικογένεια, των κλεφταρματολών, Κλαδά, έδρασε με του Βενετούς, καταδιώχθηκε όμως και από Τούρκους και από Βένετους[32]. Ακόμη ξακουστοί αρματολοί, υπήρξαν ο Θεόδωρος Μπούας Γρίβας, από τη Βόνιτσα και οι Ηπειρώτες Πούλιος Δράκος και Μαλάμος[33].

            Την περίοδο της Βενετικής κυριαρχίας  οι κλέφτες που στρατολογήθηκαν για να φιλούν τις οχυρές διαβάσεις, αλλά και τις πόλεις και τα χωρία ήταν οι μεϊντάνηδες, ένα είδος αγροφυλακής[34]. Η λέξη median έχει προέλευση τουρκική, σήμαινε εκείνους που βγαίνουν στο μαϊντάνι, γίνονταν αντάρτες, αλλά από τη στιγμή που συνεργάζονται με τους Βενετούς έβαζαν τη λέξη αυτή στο τέλος του ονόματός τους. Με τη φυγή των Βενετών κατά το 1715, έφυγε μαζί τους και ένα μεγάλο μέρος των μεϊντάνηδων – αρματολών. Παρόλα αυτά αρκετοί ήταν και εκείνοι που πήραν ξανά τα βουνά και για μεγάλο χρονικά διάστημα παρέμεναν αδρανείς[35].

            Με βάση της μελέτη της υπάρχουσας βιβλιογραφίας, γεννάται το ερώτημα αν και κατά πόσο οι κλέφτες και αρματολοί, ήταν δυο διαφορετικά σώματα οπλοφορούντων ανδρών ή δυο όμοια; Η σύγχυση αυτή, πιθανόν να προέρχεται α) από τη συχνή μεταπήδηση από την μια ομάδα στην άλλη, β) εξαιτίας φιλονικιών που μπορεί να ξεσπούσαν  ανάμεσα στους ίδιους και τους τοπικούς άρχοντες, γ) στην αδυναμία των μελετητών να τους διαχωρίσουν, πιθανόν εξαιτίας  της έλλειψης πηγών, δ) τα δημοτικά τραγούδια δεν κάνουν διάκριση ανάμεσα στους δυο, ε) τα απομνημονεύματα πότε μιλούν για κλέφτες και αρματολούς ή κάπους και πότε σιωπούν και τέλος στ) δευτερογενές υλικό, όπως το χρονικό του Μοραίος, τα βιβλία περιηγητών κ.α.   δεν γίνεται σαφής διαχωρισμός.

 

 


[1] Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Κέντρο λεξικογραφίας, Αθήνα 1998, σ. 905.

[2] Οι απελάτες ήταν οι αντίστοιχοι κλέφτες την περίοδο της τουρκοκρατίας, ενώ οι Ακρίτες οι αντίστοιχοι αρματολοί.

[3] Καμπούρογλου Γρ. Δημήτρης, Αρματωλοί και κλέφτες (1453 - 1821), Εκδόσεις Άγκυρα, Αθήνα, σ. 19.

[4] Βλαχογιάννης Γιάννης, ό.π., σ. 7 – 9.

[5] Οι τουρκικοί πληθυσμοί συνήθιζαν να κατοικούν σε πεδινές περιοχές, το ίδιο και οι χριστιανοί και μουσουλμάνοι προύχοντες και κοτζαμπάσηδες και πιο συγκεκριμένα στα κέντρα άσκησης της εξουσίας, βλ. Στάθης Παναγιώτης, ό.π., σ. 128 – 135.

[6] Συνήθιζαν να κλέβουν άρχοντες, πιθανόν, όπως αναφέρει και ο Κανέλλος Δεληγιάννης στα απομνημονεύματα του, γιατί ήθελαν να δουλέψουν ως αρματολοί ή κάποι στις υπηρεσίες των αρχόντων.

[7] Κανδηλώρος Χ. Τάκης, ό.π.,  σ. 11.

[8] Σε μοναστήρια γινόταν η εκλογή του αρχηγού των κλεφτών παίζοντας, κατά τον Καμπούρογλου, καθοριστικό ρόλο σε αυτήν εκλογή και οι μοναχοί, βλ. Καμπούρογλου Γρ. Δημήτρης, ό.π., σ. 20.

[9]Οι κουμπαριές συνάπτονταν στα κατά τόπους μοναστήρια είτε μέσω κάποιας βάπτισης, είτε μέσω κάποιου γάμου κ.ο.κ.. Υπήρχαν και περιπτώσεις προδοσιών από μέρος των κουμπάρων, όπως η δολοφονία του κλέφτη Φλώρου στα Χάσια σύμφωνα με το δημοτικό τραγούδι: «Μ’ ἐκάλεσαν οἱ φίλοι μου κ’ οἱ ἀδελφοποιοί μου. Κεῖ π’ ἔτρωγα, κεῖ π’ ἔπινα κεῖ ποῦ γλεντοκοποῦσα, μιά ντουφεκιά μοῦ ἔδωσεν ὁ ἂπιστος κουμπάρος». Ό.π., σ. 21.

[10] Ό.π., σ. 22 – 23.

[11] Ό.π., σ. 23 – 29.

[12] Έπαιζαν και το κλέφτικο παιχνίδι, όποιον πάρει ο χάρος. Πάνω σε ένα μάρμαρο τοποθετούσαν το πιστόλι και το περιέστρεφαν μέχρι η μπαρούτη να πάρει φωτιά και το όπλο να εκπυρσοκροτήσει. Τα κλεφτόπουλα κάθονταν γύρω γύρω από το μάρμαρο, αν δεν τους πετύχαινε ήταν της Μοίρας γραφτό να μην χτυπηθεί κανείς. Το παιχνίδι αυτό ήταν, όπως αναφέρει Καμπούρογλου, προκλητική επίδειξη γενναιότητας. Ό.π., σ. 30 – 32.

[13] Χαρακτηριστικό παράδειγμα η απαγωγή του Γιωργάκη Αντωνόπουλου, από την Μπάστα της Καλαμάτας. Η τακτική της απαγωγής ήταν ένα μέσω επίδειξης της δύναμης των κλεφτών απέναντι στους άρχοντες του τόπου, βλ. Απομνημονεύματα Κανέλλου Δεληγιάννη, Νεοελληνική Γραμματεία, Εκδόσεις Πελεκάνος, Αθήνα 2005,  σ. 37.

[14] Κανδηλώρος Χ. Τάκης, ό.π., σ. 11 – 13.

[15] Στα μέρη αυτά κατέφευγαν οι Ηπειρώτες, οι Στερεολαδίτες και Πελοποννήσιοι κλέφτες, βλ. Καμπούρογλου, ό.π., σ. 29

[16] Στις Σποράδες κατέφευγαν οι Μακεδόνες και οι Θεσσαλοί κλέφτες. Ό.π., σ. 30.

[17] Αντλείται από τον Κανδηλώρο, βλ. Κανδηλώρος Χ. Τάκης, ό.π., σ. 17.

[18] Τα σώματα των αρματολών χρησιμοποίησε και ο στρατηγός Μοροζίνη, κατά τη διάρκεια των βενετικών επιθέσεων  στην Πελοπόννησο. Ό.π., σ. 35 – 42, για τη σημασία του όρου, βλ. επίσης Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Κέντρο λεξικογραφίας, Αθήνα 1998, σ. 286.

[19] Ό.π., σ. 11 – 12.

[20] Ο όρος ντερβεντζής, είναι οθωμανικός και προέρχεται από τις περσικές λέξεις ντερ (= πύλη ή πέρασμα) και από τη λέξη μπεντ (= φύλαξη). Ήταν οργανωμένοι σε στρατόπεδα και είχαν αστυνομικά καθήκοντα. Η τουρκική εξουσία τους έδινε φοροαπαλλαγές ή τιμάρια για τις υπηρεσίες τους, βλ. Στάθης Παναγιώτης, ό.π., σ. 107.

[21] Αρχικά ο όρος armature σήμαινε εφοπλιστής, πειρατής και αργότερα πέρασε ο ό όρος αυτός στη στεριά και με τη σημασία του οπλισμένου, κακοποιού στοιχείου, βλ. Βλαχογιάννης Γιάννης, Κλέφτες του Μοριά, Μελέτη ιστορική από νέες πηγές βγαλμένη 1715 – 1820, Πατριωτική χορηγία του κ. Αλέξανδρου Πάλλη, Αθήνα 1935, σ. 17. 

[22] Στάθης Παναγιώτης, ό.π., σ. 114 – 115.

[23] Ήταν ο πολεμιστής της ξηράς και της θάλασσας, ο εύζωνος, βλ. Σάθας Κωνσταντίνος, ό.π., σ. 11 – 28.

[24] Αποτελούσαν στην πραγματικότητα τον εθνικό στρατό του Βυζαντίου. Από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου λειτουργούσε το σώμα των limitanei, ένα ειδικό σώμα για τη φύλαξη και υπεράσπιση των συνόρων από τη σταδιακή αύξηση του περσικού και βαρβαρικού στοιχείου στα σύνορα της αυτοκρατορίας. Για τις υπηρεσίες τους αποκτούν μισθό, αγροτεμάχια και συντηρούνται από τις καλλιέργειες τους, βλ.  Ostrogorsky Georg, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, Ιστορικές εκδόσεις Στεφ. Δ. Βασιλόπουλου, όγδοη έκδοση, τόμος Α΄, Αθήνα 2006, σ. 103.

[25] Καμπούρογλου Γρ. Δημήτριος., ό.π., σ. 37 – 38.

[26] Δεν συνήθιζαν να κάνουν εξοντωτικούς πολέμους με τους πρώην συντρόφους τους, ενώ αρκετές ήταν οι φορές που τους προειδοποιούσαν ότι θα κινηθούν εναντίον τους, ώστε να κρυφτούν ή να απομακρυνθούν. Για το λόγο αυτό, η τουρκική εξουσία αναγκάστηκε να διορίσει Τούρκους φύλακες των ορεινών διαβάσεων, τους δερβεναγάδες, αλλά με αρχηγούς τους αρματολούς. Ό.π., σ. 38 – 39.

[27] Βλαχογιάννης Γιάννης, ό.π., σ. 14.

[28] Και στη Στερεά Ελλάδα υπήρχαν ισχυροί πρόκριτοι, οι οποίοι ήταν κυρίως πολεμιστές, δεν ήταν όμως τόσο στενά δεμένοι με την Υψηλή Πύλη, όπως οι Πελοποννήσιοι. Καμπούρογλου Γρ. Δημήτριος., ό.π., σ. 40 – 41.

[29] Απομνημονεύματα Κανέλλου Δεληγιάννη, ό.π., σ. 7 – 9.

[30] Βλ. τέτοια παραδείγματα στον Kαμπούρογλου, ό.π., σ. 42 – 43.

[31]Βέβαια υπάρχουν και παραδείγματα κλεφτών που ανακηρύσσονταν αρματολοί μόνοι τους. βλ. Καμπούρογλου, ό.π., σ. 45 – 54.

[32] Ό.π., σ. 59 – 60.

[33] Ό.π., σ. 61 – 64.

[34] Βλαχογιάννης Γιάννης, ό.π., σ. 15 – 17.

[35] Ό.π., σ. 18.




Ακολουθήστε μας

Log in

Ε! Πριν φύγεις...

Κάνε εγγραφή στο Newsletter της Φιλολογικής γωνιάς για να λαμβάνεις πρώτος νέα, κρυφό υλικό, ενημερώσεις και πολλά άλλα!