Γυμνάσιο

Το άρθρο

 Άρθρο λέγεται η μονοσύλλαβη κλιτή λέξη που χρησιμοποιείται μπροστά από τα πτωτικά, για να δηλώσει το γραμματικό τους γένος.

Τα άρθρα κλίνονται ως εξής:

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

 

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

 

ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ

ο

η

τό

τo

 

ΓΕΝΙΚΗ

τοῦ

του

τῆς

της

τοῦ

του

 

ΔΟΤΙΚΗ

τῷ

 

τῇ

 

τῷ

 

 

ΑΙΤΙΑΤΙΚΗ

τόν

το(ν)

τήν

τη(ν)

τό

το

 

ΚΛΗΤΙΚΗ 

 

 

 

 

 

           

 

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

 

ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ

οἱ

οι

αἱ

οι

τά

τα

 

ΓΕΝΙΚΗ

τῶν

των

τῶν

των

τῶν

των

 

ΔΟΤΙΚΗ

τοῖς

 

ταῖς

 

τοῖς

 

 

ΑΙΤΙΑΤΙΚΗ

τούς

τους

τάς

τις

τά

τα

 

ΚΛΗΤΙΚΗ 
 

 

 

 

 

 

 

 

Β΄ κλίση ουσιαστικών

 

 


                             Αρσενικά και θηλυκά σε –ος               ουδέτερα σε  -ον

 

 

 

 

Καταλήξεις ουσιαστικών β΄ κλίσης

 

Ενικός

Αρσενικά Θηλυκά

Ουδέτερα

ον.

γεν.

δοτ.

αιτ.

κλ.

-ος

-ου

-

-ον

-ε

-ον

-ου

-

-ον

-ον

Πληθυντικός

 

 

ον.

γεν.

δοτ.

αιτ.

κλ.

-οι

-ων

-οις

-ους

-οι

-α

-ων

-οις

-α

-α

 

 

ΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

 

 

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

 

ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ

ὁ νόμος 

ο νόμος

ἡ ὁδός

η οδός

τό  δῶρον

το δώρο

 

ΓΕΝΙΚΗ

τοῦ νόμου

του νόμου

τῆς ὁδοῦ

της οδού

τοῦ δώρου

του δώρου

 

ΔΟΤΙΚΗ

τῷ νόμῳ

 

τῇ ὁδῷ

 

τῷ δώρῳ

 

 

ΑΙΤΙΑΤΙΚΗ

τόν νόμον

το νόμο

τήν ὁδόν

την οδό

τό  δῶρον

το δώρο

 

ΚΛΗΤΙΚΗ

ὦ νόμε

νόμε

ὦ ὁδέ

(οδέ)

ὦ δῶρον

δώρο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

 

ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ

οἱ νόμοι

οι νόμοι

αἱ ὁδοί

Οι οδοί 

τά δῶρα

τα δώρα

 

ΓΕΝΙΚΗ

τῶν νόμων

των νόμων

τῶν ὁδῶν 

των οδών

τῶν δώρων

των δώρων

 

ΔΟΤΙΚΗ

τοῖς νόμοις

 

ταῖς ὁδοῖς

 

τοῖς δώροις

 

 

ΑΙΤΙΑΤΙΚΗ

τούς νόμους

τους νόμους

τάς ὁδους

τις οδούς

τά δῶρα

τα δώρα

 

ΚΛΗΤΙΚΗ

ὦ νόμοι

νόμοι

ὦ ὁδοί

(οδοί)

ὦ δῶρα

δώρα

 

 

Παρατηρήσεις – κανόνες τονισμού

α. Τα αρσενικά και τα θηλυκά έχουν σε όλες τις πτώσεις και των δυο αριθμών τις ίδιες καταλήξεις και ξεχωρίζουν από το άρθρο.

Β. Τα ουδέτερα διαφέρουν από το αρσενικό και το θηλυκό στην ονομαστική και κλητικού ενικού (-ον) και στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού (-α).

γ. Η κατάληξη –α των ουδετέρων γενικά είναι πάντα βραχύχρονη,

 π.χ., τα φῦλα, τά μῆλα, τα δῶρα

δ. τα πιο συνηθισμένα ουσιαστικά β΄ κλίσης, με δίχρονο μακρό φωνήεν, είναι τα εξής και τα οποία είναι και τα πιο λίγα: ἆθλον, γρῖπος, γῦρος, ζῦθος, θρῦλος, Κῦρος, μῖμος, μῦθος, πῖλος, ῥῦπος, Σῖμος, σῖτος, Σκῦρος (ἡ), σκῦρος (ὁ), - τά σκῦρα, στῦλος, σῦκον, Σῦρος (ἡ), τῦφος, ὗβος, Φρῖξος, φρῦνος, Χῖος (ὁ).

 

ΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

 

 

α΄ πρόσωπο

β΄ πρόσωπο

γ΄ πρόσωπο

 

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

 

ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ

ἐγώ

εγώ

σύ

εσύ

-

αυτός (τος)

 

ΓΕΝΙΚΗ

ἐμοῦ - μου

εμένα (μου)

σοῦ - σου

εσένα (σου)

(οὗ)

αυτού (του)

 

ΔΟΤΙΚΗ

ἐμοί – μοι

-

σοί - σοι

-

οἷ - οἱ

-

 

ΑΙΤΙΑΤΙΚΗ

ἐμέ - με

εμένα (με)

σέ  - σε

εσένα (σε)

(ἕ)

αυτόν (τον)

 

ΚΛΗΤΙΚΗ

-

-

-

-

-

-

 

 

           

 

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

 

ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ

ἡμεῖς

εμείς

ὑμεῖς

εσείς

(σφεῖς)

αυτοί (τοι)

 

ΓΕΝΙΚΗ

ἡμῶν

εμάς (μας)

ὑμῶν

εσάς (σας)

(σφῶν)

αυτών (τους)

 

ΔΟΤΙΚΗ

ἡμῖν

-

ὑμῖν

-

σφίσι(ν)

-

 

ΑΙΤΙΑΤΙΚΗ

ἡμᾶς

εμάς (μας)

ὑμᾶς

εσάς (σας)

(σφᾶς)

αυτούς (τους

 

ΚΛΗΤΙΚΗ

-

-

-

-

-

-

 

Προσωπικές αντωνυμίες

 

·         Από την προσωπική αντωνυμία του γ΄ προσώπου εύχρηστοι είναι μόνο οι τύποι οἷ - οἱ και σφίσι(ν). Στη θέση της οι αρχαίοι συνήθως χρησιμοποιούσαν, για την ονομαστική που λείπει, τις δεικτικές αντωνυμίες οὗτος, ἐκεῖνος, ὅδε και για τις πλάγιες πτώσεις την οριστική αντωνυμία  αὐτός.

·         Οι προσωπικές αντωνυμίες δε δηλώνουν γένη. Οι τύποι του κάθε προσώπου ισχύουν και για τα τρία γένη.

·         Οι αντωνυμίες δεν έχουν κλητική, με εξαίρεση τη δεικτική αντωνυμία οὗτος.

*      Το γ΄ πρόσωπο των νέων ελληνικών, αυτός, αυτή, αυτό, αντιστοιχεί στη δεικτικά αντωνυμία οὗτος, αὕτη, τοῦτο. Η αντωνυμία αὐτός, αὐτή, αὐτό των αρχαίων ελληνικών δεν είναι δεικτική, αλλά αόριστη ή επαναληπτική.

 

Γ΄ πρόσωπο νέων ελληνικών

Ενικός αριθμός

 

Αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

Ονομ.

αυτός (τος)

αυτή (τη)

αυτό (το)

Γεν.

αυτού (του)

αυτής (της)

αυτού (του)

Αιτ.

αυτόν (τον)

αυτή(ν) (τη(ν))

αυτό(το)

Κλητ.

-

-

-

 

 

 

 

Πληθυντικός αριθμός

Ονομ.

αυτοί (τοι)

αυτές (τες)

αυτά (τα)

Γεν.

αυτών (τους)

αυτών (τους)

αυτών (τους)

Αιτ.

αυτούς (τους)

αυτές (τις/τες)

αυτά (τα)

Κλητ.

-

-

-

           

 

Ακολουθήστε μας

Log in

Ε! Πριν φύγεις...

Κάνε εγγραφή στο Newsletter της Φιλολογικής γωνιάς για να λαμβάνεις πρώτος νέα, κρυφό υλικό, ενημερώσεις και πολλά άλλα!