Ε-SHOP ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ 

 

 

 

 ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΣΑΡΑΦΗ 7, ΑΙΓΑΛΕΩ - ΤΗΛ. 2105982042

Λύκειο

Μεταφράσεις Α Λυκείου

Σεβαστή Ε. Δριμαροπούλου

Θουκυδίδη Μετάφραση : Ιστορία Βιβλίο Γ ,Κεφ. 70-81

Κεφ. 70

Μετάφραση

Οι Κερκυραίοι λοιπόν βρίσκονταν σε εμφύλια διαμάχη από τότε που ήρθαν σ’ αυτούς (στην Κέρκυρα) οι αιχμάλωτοι που προέρχονταν από τις ναυμαχίες για την Επίδαμνο, αφού τους ελευθέρωσαν οι Κορίνθιοι, φαινομενικά (απελευθερωμένοι) με εγγύηση των προξένων (τους) για οχτακόσια τάλαντα, στην πραγματικότητα όμως επειδή πείστηκαν και ανέλαβαν να φέρουν την Κέρκυρα με το μέρος των Κορινθίων. Και αυτοί πιάνοντας τον κάθε πολίτη χωριστά δούλευαν προδοτικά για να κάνουν την πόλη να αποστατήσει από τους Αθηναίους. Και αφού έφτασε ένα αθηναϊκό πλοίο και ένα κορινθιακό, που έφερναν πρέσβεις και αφού ήρθαν σε διαπραγματεύσεις αποφάσισαν οι Κερκυραίοι να είναι σύμμαχοι με τους Αθηναίους σύμφωνα με την ισχύουσα συνθήκη και φίλοι με τους Πελοποννησίους όπως ακριβώς και πρωτύτερα. Και αυτοί οι άντρες (δηλαδή οι Κερκυραίοι ολιγαρχικοί που επέστρεψαν από την Κόρινθο) (γιατί κάποιος Πειθίας ήταν με δική του πρωτοβουλία πρόξενος των Αθηναίων και ήταν αρχηγός του δημοκρατικού κόμματος) τον σύρουν στο δικαστήριο με την κατηγορία ότι προσπαθεί να υποδουλώσει την Κέρκυρα στους Αθηναίους. Αυτός τότε αφού αθωώθηκε καταγγέλλει κι αυτός με την σειρά του στους πέντε πιο πλούσιους άντρες απ’ αυτούς με τον ισχυρισμό ότι κόβουν τις βέργες που στηρίζουν τα κλήματα των αμπελιών από το ιερό άλσος του Δία και του Αλκίνου, και ως πρόστιμο (τιμωρία) για καθεμιά φούρκα είχε οριστεί ένας στατήρας. Και αφού αυτοί καταδικάστηκαν να πληρώσουν πρόστιμο και κατέφυγαν και κάθισαν ως ικέτες στους ναούς εξαιτίας της βαριάς χρηματικής ποινής, για να πληρώσουν πρόστιμο ύστερα από συμφωνία για το ύψος του ο Πειθίας (γιατί συνέβαινε να είναι και μέρος της βουλής) πείθει (τους Κερκυραίους) (ώστε) να κάμουν χρήση του νόμου. Αυτοί τότε επειδή και από το νόμο αποκλείονταν (από το πλεονέκτημα να ορίσουν με συμφωνία το ύψος του προστίμου) και συνάμα πληροφορούνταν για τον Πειθία ότι, όσο ακόμα είναι μέλος της βουλής, θα καταφέρει να μεταπείσει την πλειοψηφία να θεωρεί τους ίδιους με τους Αθηναίους φίλους και εχθρούς έκαμαν συνωμοσία  και αφού πήραν μαχαίρια μπαίνουν στη βουλή ξαφνικά (αιφνιδιαστικά) και (φονεύουν) και τον Πειθία και εξήντα περίπου άλλους (από τους) βουλευτές και ιδιώτες) (απλούς πολίτες) μερικοί όμως άλλοι της ίδιας ιδεολογίας με τον Πειθία (ομοϊδεάτες του) λίγοι στον αριθμό κατέφυγαν στην αθηναϊκή τριήρη που ακόμα ήταν εκεί (δηλαδή στην Κέρκυρα)

 

Κεφ. 71

Μετάφραση

Αφού λοιπόν έκαμαν αυτό και κάλεσαν σε συνέλευση τους Κερκυραίους, (τους) είπαν ότι αυτή η πράξη ήταν ό,τι καλύτερο και δε θα υποδουλώνονταν με κανέναν τρόπο πια από τους Αθηναίους, και στο εξής μένοντας ουδέτερου ούτε με τους δε να μην δέχονται παρά μόνο με ένα πλοίο, ενώ πλοία σε μεγαλύτερο αριθμό να τα θεωρούν εχθρικά.

Και αφού μίλησαν, ανάγκασαν (τους Κερκυραίους) να επικυρώσουν την πρότασή τους.

Στέλνουν επίσης και στην Αθήνα πρέσβεις αμέσως για να εξηγήσουν για όσα έγιναν πως ήταν συμφέροντα (για τους Αθηναίους) και να πείσουν αυτούς που είχαν καταφύγει εκεί να μην προβαίνουν σε καμία εχθρική ενέργεια, για να μην υπάρξει καμιά αντεκδίκηση.

Κεφ. 72

Μετάφραση

Όταν λοιπόν ήρθαν (οι πρέσβεις στην Αθήνα), αφού συνέλαβαν οι Αθηναίοι και τους πρέσβεις ως υποκινητές στάσης και όσους έπεισαν (οι πρέσβεις), τους συγκέντρωσαν για ασφάλεια στην Αίγινα.

Στο μεταξύ όμως, αφού ήρθε κορινθιακό πλοίο και Λακεδαιμόνιοι πρέσβεις, αυτοί από τους Κερκυραίους που ήταν κύριοι της πολιτικής κατάστασης κάνουν επίθεση κατά των δημοκρατικών και τους νίκησαν σε μάχη.

Και όταν ήρθε η νύχτα, οι δημοκρατικοί καταφεύγουν στην ακρόπολη και στα ψηλά και οχυρά μέρη της πόλης και αφού συγκεντρώθηκαν εκεί εγκαταστάθηκαν και κατείχαν επίσης και το Υλλαϊκό λιμάνι, οι άλλοι κατέλαβαν και την αγορά, όπου ακριβώς κατοικούσαν οι περισσότεροι απ΄ αυτούς, και το λιμάνι (του Αλκίνου) που ήταν κοντά σ΄αυτήν (την αγορά) και που βλέπει προς την (απέναντι) στεριά.

Κεφ. 73

Μετάφραση

Και την επόμενη μέρα είχαν μεταξύ τους λίγες μικροεπιθέσεις και έστελναν εδώ και κει (ανθρώπους) στα χωράφια και οι δύο (παρατάξεις), προσκαλώντας με το μέρος τους τους δούλους και υποσχόμενοι (σ΄αυτούς) ελευθερία. και οι περισσότεροι από τους δούλους πήγαν σύμμαχοι στο πλευρό των δημοκρατικών, ενώ οχτακόσιοι μισθοφόροι από τη στεριά (πήγαν) με το μέρος των άλλων (των αντιπάλων).

Κεφ. 74

Μετάφραση

Και αφού πέρασε μια μέρα γίνεται και πάλι (καινούρια) μάχη και νικούν οι δημοκρατικοί και εξαιτίας της ισχύς των θέσεων τους και επειδή είχαν αριθμητική υπεροχή και οι γυναίκες με τόλμη τους βοήθησαν χτυπώντας από τα σπίτια με κεραμίδια και υπομένοντας τη σύγχυση (ταραχή) σε αντίθεση προς τη (γυναικεία) φύση τους. Και όταν έγινε η υποχώρηση αργά το απόγευμα επειδή φοβήθηκαν οι ολιγαρχικοί μήπως οι δημοκρατικοί αφού κάμουν επίθεση καταλάβουν αμέσως με τον πρώτο αλαλαγμό το ναύσταθμο και τους σκοτώσουν, βάζουν φωτιά στα σπίτια που βρίσκονταν γύρω γύρω στη αγορά και στις πολυκατοικίες για να μην υπάρχει δρόμος προσέγγισης χωρίς να λογαριάζουν (λυπούνται) ούτε τα δικά τους ούτε τα ξένα σπίτια ώστε και πολλά πράγματα εμπόρων κάηκαν εντελώς και η πόλη κινδύνεψε να καταστραφεί στο σύνολο της, αν φυσούσε άνεμος τη φωτιά με κατεύθυνση προς αυτή (την πόλη). Και αυτοί αφού σταμάτησαν τη μάχη καθώς και τα δύο στρατόπεδα απείχαν από πολεμικές ενέργειες τη νύχτα βρίσκονταν σ’ επιφυλακή και το κορινθιακό πλοίο όταν είχαν επικρατήσει οι δημοκρατικοί ανοιγόταν με προφυλάξεις στο ανοιχτό πέλαγος και οι περισσότεροι από τους μισθοφόρους διαφεύγοντας την προσοχή (χωρίς να γίνουν αντιληπτοί) πέρασαν στην (απέναντι) στεριά.

Κεφ. 75

Μετάφραση

Και την επόμενη μέρα ο Νικόστρατος, ο γιος του Διειτρέφη, στρατηγός των Αθηναίων φθάνει από τη Ναύπακτο σε βοήθεια με δώδεκα πλοία και πεντακόσιους οπλίτες Μεσσηνίους και διαπραγματευόταν μια συμφωνία και (τελικά) τους πείθει (ώστε) να συμφωνήσουν μεταξύ τους να δικάσουν δέκα άντρες, τους υπαίτιους οι οποίοι εξάλλου δεν έμειναν πλέον εκεί να περιμένουν και οι υπόλοιποι να παραμείνουν εκεί (στο νησί τους), αφού κάνουν συμφωνία μεταξύ τους και με τους Αθηναίους υπό τον όρο να θεωρούν τους ίδιους εχθρούς και φίλους. Και εκείνος αφού πέτυχε αυτά ήταν έτοιμος να φύγει με τα πλοία (να αποπλεύσει) οι αρχηγοί τότε των δημοκρατικών τον πείθουν να αφήσει πίσω σ’ αυτούς πέντε πλοία απ’ τα δικά του ώστε να αποθαρρυνθούν οι αντίπαλοι τους να κάνουν κίνημα και (υπόσχονται) ότι οι ίδιοι θα του δώσουν μαζί του ισάριθμα πλοία (δηλαδή πέντε) αφού τα επανδρώσουν με δικά τους πληρώματα. Εκείνος τότε συμφώνησε αυτοί όμως κατέγραφαν για ναυτική υπηρεσία ως πληρώματα για τα πλοία τους εχθρούς τους. Επειδή όμως φοβήθηκαν εκείνοι μήπως τους στείλουν στην Αθήνα καταφεύγουν και κάθονται (ικέτες) στο ναό των Διοσκούρων. Και ο Νικόστρατος προσπαθούσε να τους σηκώσει (από κει) και να τους καθησυχάσει (να τους παρηγορήσει). Καθώς όμως δεν τους έπειθε, οι δημοκρατικοί, για το λόγο αυτό αφού οπλίστηκαν γιατί, καθώς πίστευαν (οι δημοκρατικοί) κανέναν καλό σκοπό δε φαίνονταν να έχουν αυτοί (οι ολιγαρχικοί) με τη δυσπιστία τους να μη θέλουν να αποπλεύσουν μαζί με το Νικόστρατο πήραν απ’ τα σπίτια (των εχθρών τους) τα όπλα τους και, αν δεν τους είχε εμποδίσει ο Νικόστρατος θα σκότωναν μερικούς απ’ αυτούς που κατά τύχη συνάντησαν. Καθώς λοιπόν έβλεπαν οι άλλοι αυτά που γίνονταν καταφεύγουν και κάθονται ικέτες στο ναό της Ήρας και μαζεύονται όχι λιγότεροι από τετρακόσιους. Οι δημοκρατικοί τότε επειδή φοβήθηκαν μήπως επιχειρήσουν κάποια πολιτική μεταβολή τους σηκώνουν από κει αφού τους έπεισαν και τους μεταφέρουν στο νησί απέναντι (μπροστά) από το ναό της Ήρας και εκεί (δηλαδή στο νησί) στέλνονταν σ’ αυτούς τα αναγκαία τρόφιμα.

 

Κεφ. 76.

Μετάφραση

Ενώ λοιπόν η διαμάχη (ταραχή) βρισκόταν σ’ αυτό το σημείο την τέταρτη ή πέμπτη μέρα ύστερα απ’ τη μεταφορά των αντρών στο νησί καταφθάνουν (στην Κέρκυρα) τα πλοία των Πελοποννησίων από την Κυλλήνη πενήντα τρία (στον αριθμό) που ήταν αγκυροβολημένα (εκεί) μετά το (θαλάσσιο ταξίδι) απ’ την Ιωνία, και ναύαρχος τους ήταν ο Αλκίδας, που ήταν βέβαια και πρωτύτερα, και ως σύμβουλος του επέβαινε (μαζί του) ο Βρασίδας. Και αφού αγκυροβόλησαν στα Σύβοτα, λιμάνι της ηπειρωτικής χώρας, μόλις ξημέρωσε έπλεαν εναντίον της Κέρκυρας

Κεφ. 77

Μετάφραση

Εκείνοι τότε, (οι δημοκρατικοί της Κέρκυρας) εξαιτίας της πολλής ταραχής και επειδή φοβούνταν και όσα συνέβαιναν στην πόλη και την ναυτική επίθεση του (εχθρικού) στόλου, άρχισαν να ετοιμάζουν αμέσως εξήντα πλοία και όσα πλοία κάθε φορά επανδρώνονταν τα έστελναν εναντίον (κατά) των εχθρών, αν και τους συμβούλευαν οι Αθηναίοι να τους αφήσουν αυτούς (τους Αθηναίους) να εκπλεύσουν πρώτοι και αργότερα να ακολουθήσουν εκείνοι (οι Κερκυραίοι) με όλα τα πλοία μαζί. Και όταν τα πλοία τους βρίσκονταν κοντά στους εχθρούς (σε επαφή με τον εχθρό) διασκορπισμένα εδώ και εκεί, δύο λιποτάκτησαν αμέσως, ενώ σε άλλα οι επιβάτες (μαχητές) που είχαν επιβιβαστεί συγκρούονταν μεταξύ τους, και καμιά τάξη δεν υπήρχε σ’ αυτά που γίνονταν. Οι Πελοποννήσιοι τότε όταν είδαν την αναταραχή, εναντίον των Κερκυραίων παρατάχτηκαν με είκοσι πλοία, ενώ με τα υπόλοιπα εναντίον των δώδεκα πλοίων των Αθηναίων, μεταξύ των οποίων τα δύο ήταν η Σαλαμινία και η Πάραλος.

Κεφ. 78

Μετάφραση

Και οι Κερκυραίοι επειδή έκαναν επιθέσεις χωρίς τάξη και με λίγα (κάθε φορά) πλοία δεινοπαθούσαν από την πλευρά τους οι Αθηναίοι άλλωστε, επειδή φοβούνταν το μεγαλύτερο αριθμό (των εχθρικών λπίων) και την (πιθανή) περικύκλωση, (από τους Πελοποννήσιους) δεν έκαναν επίθεση στα παραταγμένα εναντίον τους πλοία ούτε στο σύνολο τους ούτε στο μέσο τους, αλλά αφού επιτέθηκαν σε μια πτέρυγα καταβυθίζουν ένα πλοίο. Και ύστερα απ΄ αυτά, αφού οι εχθροί σχημάτισαν κυκλική παράταξη έπλεαν γύρω γύρω (οι Αθηναίοι) και προσπαθούσαν να προκαλέσουν σύγχυση. Καθώς όμως το κατάλαβαν (αντιλήφθηκαν) (αυτό) οι Πελοποννήσιοι που βρίσκονταν κοντά στους Κερκυραίους και επειδή φοβήθηκαν μήπως συμβεί ακριβώς αυτό που έγινε στη Ναύπακτο, σπεύδουν σε βοήθεια, και αφού μαζεύτηκαν όλα μαχί τα πλοία έκαναν την ίδια στιγμή την επίθεση εναντίον των Αθηναίων. Εκείνοι (οι Αθηναίοι) τότε άρχισαν πια να υποχωρούν, ανακρούοντας την πρύμνα (χωρίς το πλοίο να κάνει στροφή) και συνάμα ήθελαν τα κερκυραϊκά πλοία να προλάβουν να καταφύγουν (στο λιμάνι για ασφάλεια) όσο το δυνατό μεγαλύτερο αριθμό καθώς αυτοί θα υποχωρούσαν αργά (σιγά σιγά) και οι εχθροί θα είχαν ταχθεί εναντίον τους. Η ναυμαχία λοιπόν, αφού τέτοια εξέλιξη είχε, τελείωσε με τη δύση του ηλίου.

Κεφ. 79

Μετάφραση

Και οι Κερκυραίοι επειδή άρχισαν να φοβούνται μήπως, αφού πλεύσουν οι εχθροί εναντίον της πόλης τους, καθώς αισθάνονταν νικητές, (στη ναυμαχία) ή πάρουν πίσω από’ το νησί τους εκεί αιχμαλώτους ή και κάτι άλλο εχθρικό επιχειρήσουν, τους αιχμαλώτους από το νησί τους μετέφεραν πίσω στο ναό της Ήρας και φρουρούσαν την πόλη τους. Εκείνοι όμως (οι Πελεποννήσιοι), αν και ήταν νικητές στη ναυμαχία, δεν τόλμησαν να πλεύσουν εναντίον της πόλης, αλλά έχοντας (αιχμάλωτα) δεκατρία πλοία των Κερκυραίων αναχώρησαν προς την ηπειρώτικη χώρα (δηλ, στα Σύβοτα) απ’ όπου ακριβώς ξεκίνησαν. Και την επόμενη μέρα καθόλου περισσότερο δεν έπλεαν εναντίον της πόλης, αν και βρισκόταν σε μεγάλη σύγχυση και φόβο και, καθώς λέγεται αν και παρακινούσε (για επίθεση) τον Αλκίδα ο Βρασίδας, χωρίς να έχει όμως ίση ψήφο αφού αποβιβάστηκαν όμως στη Λευκίμη το γνωστό ακρωτήριο, λεηλατούσαν τα χωράφια.

Κεφ. 80

Μετάφραση

Και στο μεταξύ οι δημοκρατικοί Κερκυραίοι επειδή ήταν τρομοκρατημένοι μήπως (τους) επιτεθούν τα (εχθρικά) πλοία, άρχισαν διαπραγματεύσεις και με τους ικέτες και με τους άλλους (τους υπόλοιπους ολιγαρχικούς) για το πώς θα σωθεί η πόλη και έπεισαν μερικούς από αυτούς να μπουν στα πλοία πραγματικά κατάφεραν να εξοπλίσουν παρά τις δυσκολίες τριάντα πλοία μια και περίμεναν την επίθεση του στόλου. Οι Πελοποννήσιοι εξάλλου αφού λεηλάτησαν μέχρι το μεσημέρι τη χώρα απέπλευσαν και μέσα στη νύχτα αναγγέλθηκε σ’ αυτούς με πυρσούς ότι πλησίαζαν (προερχόμενα) από τη Λευκάδα εξήντα πλοία αθηναϊκά αυτά τα έστειλαν οι Αθηναίοι και (μαζί τους) διοικητή τον Ευρυμέδοντα το γιο του Θουκλή, όταν πληροφορήθηκαν την εσωτερική αναταραχή και ότι ο στόλος του Αλκίδα πρόκειται να πλεύσει προς την Κέρκυρα.

Κεφ. 81

Μετάφραση

Οι Πελοποννήσιοι λοιπόν αμέσως τη νύχτα, ταξίδεψαν γρήγορα γρήγορα πίσω προς την πατρίδα (τους) (πλέοντας) κοντά στην στεριά, και αφού μετέφεραν τα πλοία πάνω από τον ισθμό της Λευκάδας για να μη γίνουν αντιληπτοί πλέοντας γύρω γύρω (απ’  το νησί) (εν. από τους Αθηναίους) αποσύρονται (προς την Κυλλήνη ή το Γύθειο). Οι Κερκυραίοι εξάλλου όταν αντιλήφθηκαν ότι τα αθηναϊκά πλοία πλησίαζαν και ότι τα εχθρικά είχαν φύγει, αφού πήραν οδήγησαν στην πόλη τους Μεσσηνίους (δηλ. τους 500 του Νικόστρατου) που μέχρι τότε βρίσκονταν έξω (από την πόλη), και αφού έδωσαν εντολή στα πλοία που είχαν εξοπλίσει, να πλεύσουν γύρω γύρω (και να πάνε) στο Υλλαϊκό λιμάνι καθώς (τα πλοία) περιφέρονταν γύρω γύρω (από την πόλη), αν έπιαναν κάποιον αντίπαλο τους (δηλαδή των ολιγαρχικών που έμειναν στη πόλη) τον φόνευαν και αφού αποβίβαζαν από τα πλοία όσους είχαν πείσει να επιβιβαστούν (στα πλοία) τους σκότωναν, ακόμα αφού πήγαν στο Ηραίο έπεισαν πενήντα περίπου ικέτες να δεχτούν να δικαστούν και όλους τους καταδίκασαν σε θάνατο. Οι περισσότεροι ωστόσο από τους ικέτες, όσοι δεν είχαν πειστεί, καθώς έβλεπαν αυτά που γίνονταν, σκότωναν ο ένας τον άλλο εκεί μέσα στο ναό, και μερικοί απαγχονίζονταν από τα δέντρα, ενώ άλλοι έδιναν τέλος στη ζωή τους όπως ο καθένας μπορούσε, Και για εφτά μέρες όσο έμεινε ο Ευρυμέδοντας αφότου ήρθε με τα εξήντα πλοία, οι Κερκυραίοι σκότωναν αυτούς από τους συμπολίτες τους που θεωρούνταν ότι ήταν εχθροί τους (πολιτικοί αντίπαλοι), και παρ’ όλο που ισχυρίζονταν ότι τιμωρούσαν αυτούς που προσπαθούσαν να καταλύσουν τη δημοκρατία, (το δημοκρατικό πολίτευμα) όμως μερικοί βρήκαν το θάνατο και για προσωπικές έχθρες, και άλλοι (βρήκαν το θάνατο) από τους οφειλέτες τους για χρήματα που τους οφείλονταν και κάθε είδους φόνοι διεπράχθησαν και τίποτα δεν παραλείφτηκε που να μην έγινε, απ’ όσα συνηθίζεται  να γίνονται σε τέτοιες περιστάσεις και ακόμα περισσότερα. Και μάλιστα σκότωνε ο πατέρας το για και (μερικοί ικέτες) απομακρύνοντας από τα ιερά και σκοτώνονταν μπροστά σ’ αυτά, μερικοί άλλοι επίσης, αφού περικλείστηκαν από τείχος πέθαναν μέσα στο ναό τους Διονύσου.

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ ΙΣΤΟΡΙΑ : ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΕΦ. 24–31,44

Κεφ. 24

Η Επίδαμνος είναι πόλη (που βρίσκεται) στα δεξιά, καθώς μπαίνει κανείς με πλοίο στον Ιόνιο κόλπο (Ανδριατική θάλασσα) και κοντά σ’ αυτήν κατοικούν οι βάρβαροι Ταυλάντιοι, (που είναι) ιλλυρική φυλή. Αυτήν την έκαναν αποικία τους οι Κερκυραίοι, ιδρυτής της όμως έγινε κάποιος Φάλιος, γιος ενός Ερατοκλείδη, Κορίνιθιος στην καταγωγή από τους απογόνους του Ηρακλή, ο οποίος προσκλήθηκε από τη μητρόπολη ακριβώς σύμφωνα με την αρχαία συνήθεια. Συμμετείχαν στον αποικισμό και μερικοί από τους Κορινθίους και (από) το άλλο Δωρικό γένος. Με το πέρασμα του χρόνου η δύναμη της Επιδάμνου (στρατιωτική) μεγάλωσε και αυξήθηκε ο πληθυσμός της, όταν όμως περιήλθαν σε εμφύλιο σπαραγμό για πολλά χρόνια όπως λέγεται, εξαιτίας κάποιου πολέμου με τους γείτονες βάρβαρους καταστράφηκαν και έχασαν την περισσότερη δύναμη τους. Τα τελευταία χρόνια πριν απ’ αυτόν εδώ τον πόλεμο οι δημοκρατικοί εξόρισαν τους ολιγαρχικούς κι αυτοί, αφού έκαναν επιθέσεις με τους βαρβάρους και έκαναν από κοινού επιδρομές, λήστευαν αυτούς που βρίσκονταν στην πόλη και από τη στεριά και από τη θάλασσα. Οι Επιδάμνιοι όμως που έμεναν στην πόλη επειδή υπέφεραν, έστειλαν πρέσβεις στην Κέρκυρα γιατί φρονούσαν ότι ήταν μητρόπολη τους, παρακαλώντας (τους Κερκυραίους) να μην ανέχονται να καταστρέφονται αυτοί, αλλά και τους εξόριστους να συμφιλιώσουν μαζί τους και να σταματήσουν τον πόλεμο με τους βάρβαρους. Αυτές λοιπόν τις παρακλήσεις υπέβαλλαν [οι πρέσβεις των Επιδαμνίων] καθισμένοι να ικέτες στο ναό της Ήρας. Οι Κερκυραίοι όμως δεν αποδέχτηκαν την ικεσία τους και τους έστειλαν πίσω άπρακτους.
 

Κεφ. 25

Όταν αντιλήφθηκαν οι Επιδάμνιοι πως καμιά βοήθεια δεν υπήρχε γι’ αυτούς από την Κέρκυρα είχαν βρεθεί σε αδιέξοδο να αντιμετωπίσουν την παρούσα κατάσταση, και, αφού έστειλαν [πρέσβεις] στους Δελφούς, ρώτησαν το θεό αν έπρεπε να παραδώσουν την πόλη στους Κορινθίους με το αιτιολογικό ότι ήταν ιδρυτές και να προσπαθήσουν να εξασφαλίσουν κάποια βοήθεια απ’ αυτούς. Και αυτός έδωσε χρησμό σ’ αυτούς να παραδώσουν [την πόλη στους Κορινθίους] και να τους κάνουν αρχηγούς τους. Και αφού ήρθαν οι Επιδάμνιοι στην Κόρινθο, σύμφωνα με το χρησμό παρέδωσαν της αποικία, αποδεικνύοντας ότι ο ιδρυτής τους ήταν από την Κόρινθο και εξηγώντας τους το χρησμό, και παρακαλούσαν να μην ανέχονται να καταστρέφονται αυτοί αλλά να τους βοηθήσουν. Και οι Κορίνθιοι υποσχέθηκαν τη βοήθεια και επειδή ήταν δίκαιο γιατί νόμισαν ότι η αποικία ήταν δική τους όχι λιγότερο απ΄ ότι των Κερκυραίων, και συγχρόνως εξαιτίας τους μίσους για τους Κερκυραίους γιατί [αυτοί] μολονότι ήταν άποικοι τους, τους περιφρονούσαν γιατί, καθώς [οι Κερκυραίοι] ούτε στις κοινές δημόσιες τελετές τους πρόσφεραν τις συνηθισμένες τιμές ούτε άρχιζαν τις θυσίες με τιμητική προσφορά σε άντρα Κορίνθιο όπως ακριβώς [έκαναν] οι άλλες αποικίες, αλλά τους περιφρονούσαν γιατί εκείνη τη εποχή ήταν ως προς τη δύναμη του πλούτου στην ίδια θέση με τους πιο πλούσιους [από τους] Έλληνες και ως προς τον πολεμικό εξοπλισμό πιο ισχυροί [από τους Κορινθίους], και (καθώς) μερικές φορές καυχιόνταν (και) ότι υπερέχουν πολύ στο ναυτικό (και) εξαιτίας του ότι παλιότερα είχαν εγκατασταθεί στην Κέρκυρα οι Φαίακες που ήταν ονομαστοί στα ναυτικά (γι΄αυτό ακόμη πιο πολύ οργάνωναν το ναυτικό και ήταν ισχυροί . γιατί όταν άρχισαν να πολεμούν υπήρχαν σ΄αυτούς εκατόν είκοσι τριήρεις).

Κεφ. 26

Οι Κορίνθιοι λοιπόν, (αιτίες δυσαρέσκειας) επειδή είχαν παράπονα για όλα αυτά, έστελναν τη βοήθεια στην Επίδαμνο με ευχαρίστηση, και ως άποικος, προτρέποντας να πάει όποιος ήθελε, και φρουρούς (από) Αμπρακιώτες και Λευκαδίτες και δικούς τους.

[Αυτοί] προεύτηκαν από τη στεριά στην Απολλωνία, που ήταν αποικία των Κορινθίων, από το φόβο των Κερκυραίων μήπως εμποδίζονται απ΄αυτούς αν έφταναν στον προορισμό τους από τη θάλασσα. Οι Κερκυραίοι από την άλλη, όταν έμαθαν ότι και οι άποικοι και οι φρουροί είχαν φτάσει στην Επίδαμνο και πως η αποικία είχε παραδοθεί στους Κορινθίους, οργίζονταν και αφού έπλευσαν [στην Επίδαμνο] αμέσως με εικοσιπέντε πλοία, και αργότερα με άλλο στόλο, διέταζαν με υβριστικό τρόπο αυτούς να δεχτούν πάλι τους εξορίστους (γιατί οι εξόριστοι Επιδάμνιοι πήγαν στην Κέρκυρα, δείχνοντας και τοςυ (πατρογονικούς) τάφους και τη (μεταξύ τους) συγγένεια, την οποία προβάλλοντας ως δικαιολογία παρακαλούσαν [αυτούς] να τους επαναφέρουν στην πατρίδα τους) και να διώξουν (από την Επίδαμνο) τους φρουρούς, που έστειλαν οι Κορίνθιοι, και τους αποίκους.

Οι Επιδάμνιοι όμως σε τίποτε από αυτά δεν υπάκουσαν και γι΄αυτό οι Κερκυραίοι, εκστρατεύουν εναντίον τους με σαράντα πλοία μαζί με τους εξορίστους για να τους επαναφέρουν στην πατρίδα, αφού πήραν ακόμη και τους Ιλλυριούς.

Και αφού (στρατοπέδευσαν) πολιόρκησαν την πόλη, διακήρυξαν εκ των προτέρων ενώπιον όλων των κατοίκων ότι όποιος από τους Επιδαμνίους θέλει (να φύγει) καθώς και οι ξένοι θα φύγουν χωρίς να πάθουν τίποτε.διαφορετικά, [διακήρυξαν ότι] θα μεταχειριστούν [αυτούς] ως εχθρούς.

Κεφ. 27

Επειδή όμως [οι Επιδάμνιοι] δεν πείθονταν, οι Κερκυραίοι πολιορκούσαν την πόλη (το σημείο είναι ισθμός), οι Κορίνθιοι από την άλλη όταν ήρθαν σ’ αυτούς αγγελιοφόροι από την Επίδαμνο [λέγοντας] ότι [οι Επιδάμνιοι] πολιορκούνται προετοίμαζαν εκστρατεία και συγχρόνως ανακοίνωναν την αποστολή αποίκων στην Επίδαμνο με ισότητα πολιτικών δικαιωμάτων για όποιον ήθελε να πάει  αν όμως κάποιος δε θέλει να πλεύσει αμέσως μαζί με τους άλλους θέλει όμως να πάρει μέρος στην αποικία [έλεγαν] να περιμένει (στην Κόρινθο) αφού καταβάλει πενήντα κορινθιακές δραχμές. Και ήταν πολλοί και εκείνοι που έπλεαν [προς την Επίδαμνο], και εκείνοι που κατέβαλλαν τα χρήματα. Και παρακάλεσαν και τους Μεγαρίτες να τους συνοδεύσουν με πλοία, την αποστολή αν τυχόν οι Κερκυραίοι τους εμποδίζουν να πλέουν (προς την Επίδαμνο) και αυτοί ετοιμάζονταν να πλεύσουν μαζί με εκείνους με οχτώ πλοία, και οι Παλείς από τους Κεφαλλονίτες με τέσσερα [πλοία]. Παρακάλεσαν ακόμη και τους Επιδαυρίους, οι οποίοι τους έδωσαν πέντε [πλοία], οι Ερμιόνιοι ένα και οι Τροιζήνιοι δύο, οι Λευκαδίτες δέκα και οι Αμπρακιώτες οχτώ. Από τους Θηβαίους και τους Φλιασίους ζήτησαν χρήματα και από τους Ηλείους και χωρίς πληρώματα και χρήματα. Ετοιμάζονταν επίσης τριάντα πλοία και τρεις χιλιάδες οπλίτες των ίδιων των Κορινθίων.
 

Κεφ. 28

Όταν όμως οι Κερκυραίοι πληροφορήθηκαν την προετοιμασία (των Κορινθίων), αφού πήγαν στην Κόρινθο μαζί με Λακεδαιμόνιους και Σικυώνιους πρέσβεις που πήραν μαζί τους, ζητούσαν από τους Κορινθίους να αποσύρουν και τους φρουρούς και τους αποίκους τους που βρίσκονταν στην Επίδαμνο. Γιατί κατά τη γνώμη τους αυτοί δεν είχαν κανένα δικαίωμα επέμβασης στην Επίδαμνο. Αν όμως διεκδικούν ήταν πρόθυμοι να παραπέμψουν το θέμα σε διαιτησία στην Πελοπόννησο σε πόλεις για τις ποίες και οι δύο θα συμφωνήσουν και σ’ όποιον από τους δύο επιδικαστεί να είναι η αποικία, [οι Κερκυραίοι παρήγγειλαν αυτός να την κατέχει]. Ήταν επίσης πρόθυμοι να αφήσουν την υπόθεση στην κρίση του μαντείου των Δελφών. Πόλεμο όμως δεν τους άφηναν να κάνουν σε αντίθετη περίπτωση, είπαν πως και οι ίδιοι θα αναγκαστούν επειδή εκείνοι μεταχειρίζονται βία, να κάνουν φίλους τους αυτούς που δε θέλουν [για φίλους] άλλους απ’ αυτούς που υπάρχουν τώρα περισσότερο για το συμφέρον τους. Οι Κορίνθιοι απάντησαν σ’ αυτούς ότι θα το σκεφτούν αν αποσύρουν από την Επίδαμνο και τα πλοία και τους βαρβάρους πριν απ’ αυτό όμως [απάντησαν πως] δεν είναι σωστό εκείνοι να πολιορκούνται και αυτοί να δικάζονται. Οι Κερκυραίοι αποκρίθηκαν πως θα κάνουν αυτά, αν και εκείνοι αποσύρουν όσους ήταν στην Επίδαμνο [έλεγαν] ακόμη [ότι] είναι πρόθυμοι και να δεχτούν διαιτησία ανακωχή να κάνουν με τον όρο να μένουν στις θέσεις τους και οι δύο που είχαν ως τότε μέχρι να γίνει η δίκη

Κεφ. 29

Οι Κορίνθιοι όμως σε τίποτε απ΄ αυτά δεν υπάκουαν αλλά, όταν τα πλοία τους ήταν έτοιμα και οι σύμμαχοι τους είχαν φτάσει αφού έστειλαν πρώτα κήρυκα για να κηρύξει τον πόλεμο στους Κερκυραίους απέπλευσαν με εβδομήντα πέντε πλοία και δύο χιλιάδες οπλίτες και έπλεαν προς την Επίδαμνο για να πολεμήσουν εναντίον των Κερκυραίων,  αρχηγοί των πλοίων ήταν ο Αριστέας, ο γιος του Πέλλιχου ο Καλλικράτης, ο γιος του Καλλία, και ο Τιμάνωρ, ο γιος του Τιμάνθη και [αρχηγοί] του πεζικού [ήταν] ο Αρχέτιμος, ο γιος του Ευρύτιμου, και ο Ισαρχίδας, ο γιος του Ίσαρχου. Όταν έφτασαν στο Άκτιο της Ανακροτίας γης όπου βρίσκεται το ιερό του Απόλλωνα στην είσοδο του Αμβρακικού κόλπου, οι Κερκυραίοι έστειλαν σ΄ αυτούς με μικρό πλοίο (λέμβο) κήρυκα, για να τους αποτρέψει από το να πλεύσουν εναντίον του, και συγχρόνως επάνδρωναν τα πλοία τους, αφού ενίσχυσαν με δοκάρια τα καταστρώματα ώστε να είναι κατάλληλα για θαλάσσιο ταξίδι και επισκεύασαν τα άλλα. Και όταν ο κήρυκας δεν του έφερε καμιά φιλειρηνική απάντηση εκ μέρους των Κορινθίων και τα καράβια τους, που ήταν ογδόντα, (γιατί σαράντα πολιορκούσαν την Επίδαμνο) είχαν ετοιμαστεί απ’ αυτούς, αφού και αυτοί ανοίχτηκαν στο πέλαγος και παρατάχτηκαν έκαναν ναυμαχία, και ήταν εμφανής η νίκη των Κερκυραίων και κατέστρεψαν δεκαπέντε πλοία των Κορινθίων. Και την ίδια μέρα συνέβη εκείνοι που πολιορκούσαν την Επίδαμνο να καταφέρουν να παραδοθεί σ΄αυτούς με συμφωνία, με τον όρο τους ξένους (μη αυτόχθνες) να πουλήσουν ως δούλους και τους Κορινθίους [φρουρούς] να τους κρατήσουν φυλακισμένους μέχρι να παρθεί κάποια άλλη απόφαση.
 

Κεφ. 30

Μετά τη ναυμαχία οι Κερκυραίοι αφού έστησαν τρόπαιο (σύμβολο νίκης) στην Λευκίμμη, ακρωτήριο της Κέρκυρας σκότωσαν τους άλλους που έπιασαν αιχμαλώτους, αλλά τους Κορινθίους τους κρατούσαν φυλακισμένους. Αργότερα, όταν οι Κορίνθιοι και οι σύμμαχοι, νικημένοι, αναχώρησαν με τα πλοία για την πατρίδα τους, οι Κερκυραίοι ήταν κύριοι σε όλη την θάλασσα σ’ εκείνη την περιοχή και αφού έπλευσαν στη Λευκάδα, την αποικία των Κορινθίων, έκοβαν δέντρα και πυρπόλησαν την Κυλλήνη, το επίνειο των Ηλείων, γιατί έδωσαν στους Κορινθίους πλοία και χρήματα. Και τον περισσότερο καιρό ύστερα από τη ναυμαχία [οι Κερκυραίοι] κυριαρχούσαν στην θάλασσα και κάνοντας επιθέσεις με πλοία έβλαπταν τους συμμάχουν των Κορινθίων μέχρις ότου οι Κορίνθιοι το επόμενο θέρος αφού έστειλαν πλοία και στρατό γιατί οι σύμμαχοι τους υπέφεραν στρατοπέδευσαν στο Άκτιο και γύρω από το Χειμέριο της Θεσπρωτίας και των άλλων πόλεων όσες ήταν φιλικές σ’ αυτούς. Απέναντι τους στρατοπέδευσαν και οι Κερκυραίοι στην Λευκίμμη με πλοία και στρατό. Κανείς όμως από τους δύο δεν έκανε επίθεση στον άλλο, αλλά, αφού στρατοπέδευσαν απέναντι στον αντίπαλο το καλοκαίρι αυτό, όταν ήρθε πια ο χειμώνας γύρισαν πίσω ο καθένας στην πατρίδα του.

Κεφ. 31

Ολόκληρο λοιπόν το χρόνο μετά τη ναυμαχία και τον επόμενο οι Κορίνθιοι, επειδή ήταν οργισμένοι με τον πόλεμο (εναντίον) των Κερκυραίων κατασκεύαζαν πλοία και ετοίμαζαν με όλες τους τις δυνάμεις ναυτική εκστρατεία (δύναμη) συγκεντρώνοντας κωπηλάτες και από την ίδια την Πελοπόννησο και από την άλλη Ελλάδα προσπαθώντας να τους πείσουν με μισθό. Και οι Κερκυραίοι καθώς πληροφορούνταν την προετοιμασία αυτών φοβούνταν και γι’ αυτό (γιατί με κανέναν από τους Έλληνες δεν ήταν σύμμαχοι και δεν είχαν γίνει μέλη ούτε στο συνασπισμό των Αθηναίων ούτε στη συμμαχία των Λακεδαιμονίων) φάνηκε καλό σ’ αυτούς (δηλ. στους Κερκυραίους) αφού πάνε στην Αθήνα, να γίνουν σύμμαχοι (των Αθηναίων) και να προσπαθούν να πετύχουν κάποια βοήθεια απ’ αυτούς. Οι Κορίνθιοι όμως, όταν πληροφορήθηκαν αυτά, ήρθαν και αυτοί στην Αθήνα με σκοπό να κάνουν με πρέσβεις διαπραγματεύσεις, (για να διαπραγματευτούν) για να μη τους γίνει εμπόδιο και το ναυτικό αυτών (των Αθηναίων) σε περίπτωση που προστεθεί στο ναυτικό των Κερκυραίων, να διεξαγάγουν τον πόλεμο όπως θέλουν. Και αφού κλήθηκε σε συνεδρίαση η εκκλησία του δήμου, μίλησαν ο ένας εναντίον του άλλου, και οι Κερκυραίοι είπαν περίπου τα ακόλουθα.

ΚΕΦ. 44

Αυτά λοιπόν είπαν και οι Κορίνθιοι. Οι Αθηναίοι, αφού άκουσαν και τους δύο, αφού συγκλήθηκε η εκκλησία του δήμου και μάλιστα δύο φορές, στην πρώτη σχεδόν δέχτηκαν τις απόψεις των Κορινθίων, αλλά στη δεύτερη, αφού άλλαξαν γνώμη αποφάσισαν να μην κάνουν βέβαια συμμαχία με τους Κερκυραίους με τον όρο να έχουν τους ίδιους εχθρούς και φίλους ( γιατί αν οι Κερκυραίοι τους παρακινούσαν να πλεύσουν μαζί τους εναντίον της Κορίνθου, θα λυνόταν η συμφωνία τους με του Πελοποννησίους), έκαναν όμως αμυντική συμμαχία να βοηθάει ο ένας τη χώρα του άλλου, αν κάποιος κάνει επίθεση εναντίον της Κέρκυρας ή εναντίον της Αθήνας ή εναντίον των συμμάχων τους.

Γιατί πίστευαν ότι ο πόλεμος εναντίον των Πελοποννησίων έτσι και αλλιώς θα γίνει, και γι΄αυτό ήθελαν να μην αφήσουν στους Κορινθίους την Κέρκυρα που είχε τόσο ισχυρή ναυτική δύναμη, αλλά να φέρουν αυτούς σε σύγκρουση μεταξύ τους όσο περισσότερο γίνεται, για να μπουν στον πόλεμο, αν παρουσιαζόταν κάποια ανάγκη, με τους Κορινθίους και τους άλλους που είχαν ναυτικό, όταν θα ήταν πιο αδύναμοι.

Και συγχρόνως το νησί τους φαινόταν πως βρίσκεται σε καλή θέση για την παράκτια ναυσιπλοία προς την Ιταλία και τη Σικελία.

ΞΕΝΟΦΩΝΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ : Μετάφραση, Kεφ.2 (1-4),Κεφ.2(16-23),Κεφ.3(11-16),Κεφ.3 (50-56),Kεφ.4,(18-23),Κεφ.4,(37-43)

Kεφ. 2  (1-4), Μετά την ήττα

Αφού λοιπόν ρύθμισε την κατάσταση στη Λάμψακο (ο Λύσσανδρος),έπλεε προς το Βυζάντιο και την Καλχηδόνα.Και αυτοί τον υποδέχονταν,αφού πρώτα άφησαν τους φρουρούς των Αθηναίων να πάρουν και να θάψουν τα πτώματα.Ενώ αντίθετα,όσοι πρόδωσαν τότε το Βυζάντιο στον Αλκιβιάδη,διέφυγαν  στον Πόντο,ύστερα όμως στην Αθήνα και έγιναν Αθηναίοι.Ο Λύσσανδρος λοιπόν,τους φρουρούς των Αθηναίων και όποιον άλλον ήξερε πως ήταν Αθηναίος,τους έστελνε στην Αθήνα ,προσφέροντας ασφάλεια μόνον σε όσους έπλεαν προς τα ‘κει κι όχι αλλού,επειδή γνώριζε καλά ότι όσο περισσότεροι μαζευτούν στην πόλη και στον Πειραιά,θα υπάρξει γρηγορότερα έλλειψη των απαραίτητων αγαθών.Έτσι,αφού άφησε ως αρμοστή του Βυζαντίου και της Καλχηδόνας το Σθενέλαο το Λάκωνα,ο ίδιος επέστρεψε στη Λάμψακο και επισκεύαζε τα πλοία.

Ήταν νύχτα όταν η Πάραλος έφτασε στην Αθήνα φέρνοντας την είδηση της συμφοράς.Κι ο θρήνος μέσα από τα μακρά τείχη έφτανε από τον Πειραιά ως την Αθήνα ,καθώς ανάγγελνε την είδηση ο ένας στον άλλον.Και την νύχτα εκείνη δεν κοιμήθηκε κανείς,όχι μόνο γιατί πενθούσαν αυτούς που είχαν χαθεί,αλλά πολύ περισσότερο τους εαυτούς τους ,νομίζοντας πως θα πάθουν αυτά που έκαναν στους Μηλίους ,που ήταν άποικοι των Λακεδαιμονίων,αφού τους πολιόρκησαν και τους πολιόρκησαν και τους κατοίκους της Ιστιαίας και της Σκιώνης και της Τορώνης και της Αίγινας και σε άλλους πολλούς από τους Έλληνες.Την επόμενη μέρα έκαναν συνέλευση,στην οποία αποφάσισαν να φράξουν τα λιμάνια,εκτός από ένα και να επισκευάσουν τα τείχη και να εγκαταστήσουν φύλακες και όλα τα άλλα να τα ετοιμάσουν σαν βρίσκονταν σε κατάσταση πολιορκίας.

Κεφ. 2  (16-23), Η δράση της διπλωματίας

Επειδή λοιπόν συνέβαιναν τέτοια,ο Θηραμένης είπε στη συνέλευση ότι,αν θέλουν να στείλουν τον ίδιο στον Λύσσανδρο,θα επιστρέψει γνωρίζοντας, τί από τα δύο επιμένουν για τα τείχη επειδή θέλουν να υποδουλώσουν την πόλη ή ως εγγύηση.Και αφού στάλθηκε,παρέμεινε δίπλα στον Λύσσανδρο τρεις μήνες και περισσότερο,περιμένοντας την ώρα πότε οι Αθηναίοι επρόκειτο να συμφωνήσουν με ο,τιδήποτε θα τους έλεγε κανείς,εξαιτίας του ότι είχαν εξαντληθεί όλα τα τρόφιμα.Όταν λοιπόν επέστρεψε στη διάρκεια του τέταρτου μήνα,ανακοίνωσε στη συνέλευση ότι ο Λύσσανδρος τον κρατούσε ως τότε κι έπειτα τον διέταξε να πάει στη Σπάρτη.Γιατί ο ίδιος δεν ήταν αρμόδιος για όσα τον ρωτούσε (ενν. ο Θηραμένης),αλλά οι έφοροι (=οι πέντε αιρετοί αξιωματούχοι της Σπάρτης).Μετά απ’αυτά,εκλέχθηκε πληρεξούσιος πρεσβευτής για τη Σπάρτη μαζί με άλλους εννέα.Ο Λύσσανδρος στο μεταξύ,έστειλε στους εφόρους τον Αριστοτέλη μαζί με άλλους Λακεδαιμόνιους,για να τους ανακοινώσει ότι η απάντηση που έδινε στον Θηραμένη ήταν πως εκείνοι ήταν οι αρμόδιοι για πόλεμο και για ειρήνη.Ο Θηραμένης όμως,και οι άλλοι πρέσβεις,όταν ήταν (βρίσκονταν) στη Σελλάσια,επειδή ρωτήθηκαν για ποιό λόγο είχαν πάει,απάντησαν (είπαν)ότι πήγαν ως πληρεξούσιοι για την ειρήνη και μετά από αυτά οι έφοροι διέταζαν να τους καλέσουν.Όταν λοιπόν επέστρεψαν,έκαναν συνέλευση (συγκάλεσαν την εκκλησία του δήμου),στην οποία οι Κορίνθιοι και οι Θηβαίοι κυρίως αλλά και πολλοί άλλοι από τους Έλληνες αντιπρότειναν να μη συνθηκολογήσουν με τους Αθηναίους,αλλά να τους αφανίσουν.

Οι Λακεδαιμόνιοι όμως,είπαν  ότι δεν θα υποδουλώσουν Ελληνική πόλη,που είχε προσφέρει μεγάλο καλό (που είχε πολεμήσει με μεγάλη ανδρεία) κατά τους Περσικούς πολέμους στην Ελλάδα,αλλά έκαναν ειρήνη,με τον όρο, και αφού γκρεμίσουν τα μακρά τείχη και τον Πειραιά , και αφού παραδώσουν τα πλοία εκτός από δώδεκα,και αφού φέρουν πίσω τους εξόριστους (δηλ. τους πολιτικούς εξόριστους),να νομίζουν τον ίδιο εχθρό και φίλο και να ακολουθούν τους Λακεδαιμόνιους,οπουδήποτε είναι ηγεμόνες (εξουσιάζουν), και στη γη και στη θάλασσα.Κι ο Θηραμένης και οι πρέσβεις που ήταν μαζί του,μετέφεραν αυτά στην Αθήνα.Ενώ λοιπόν έμπαιναν στην πόλη,πολύς κόσμος τους περικύκλωνε,επειδή φοβούνταν μήπως είχαν επιστρέψει άπρακτοι.Γιατί δεν χωρούσε άλλη αναβολή,εξαιτίας του πλήθους όσων χάνονταν από την πείνα.Έτσι,την επόμενη μέρα οι πρέσβεις ανακοίνωναν με ποιούς όρους οι Λακεδαιμόνιοι θα έκαναν την     ειρήνη.

Και ο Θηραμένης αγόρευε εξ ονόματός τους (δηλ. των Λακεδαιμόνιων),λέγοντας ότι τάχα πρέπει να πεισθούν από τους Λακεδαιμόνιους και να γκρεμίσουν τα τείχη.Παρόλο όμως που κάποιοι έφερναν αντίρρηση σ’ αυτόν και πολύ περισσότεροι (τους) επιδοκίμαζαν,αποφασίστηκε να δεχτούν την ειρήνη.Ύστερα από αυτά,και ο Λύσσανδρος κατέπλεε στον Πειραιά και οι εξόριστοι επέστρεφαν στη πατρίδα και τα τείχη γκρέμιζαν,ενώ αυλητρίδες έπαιζαν τον αυλό με μεγάλη προθυμία,επειδή νόμιζαν ότι εκείνη ήταν η πρώτη μέρα της ελευθερίας στην Ελλάδα.

Κεφ.  3 (11-16), Το καθεστώς των τριάκοντα

Οι τριάντα τύρρανοι εκλέχθηκαν αμέσως μόλις γκρεμίστηκαν τα μακρά τείχη και τα τείχη γύρω από τον Πειραιά.Κι ενώ εκλέχθηκαν με τον όρο να συντάξουν νόμους,σύμφωνα με τους οποίους θα κυβερνούσαν,αυτούς πάντοτε ανέβαλλαν και να τους συντάσσουν και να τους δημοσιεύουν και κατέστησαν τη βουλή και τις άλλες εξουσίες ,όπως νόμιζαν αυτοί.Έπειτα,όλους όσους ήξεραν καλά πρώτα πως ζούσαν από τη συκοφαντία και ήταν ενοχλητικοί στους καλούς κι ενάρετους,αφού τους συλλαμβάναν τους παρέπεμπαν σε δίκη ,για να καταδικαστούν σε θάνατο και η  βουλή ευχαρίστως τους καταδίκαζε και όσοι άλλοι είχαν τη συναίσθηση ότι δεν ήταν τέτοιοι,καθόλου δεν αγανακτούσαν.Όταν λοιπόν άρχισαν να σκέφτονται πώς θα ήταν δυνατόν σ’ αυτούς να μεταχειριστούν την πόλη,όπως θα ήθελαν,εξαιτίας αυτού,αφού έστειλαν πρώτα τον Αισχίνη και τον Αριστοτέλη στη Σπάρτη,έπεισαν τον Λύσσανδρο να τους βοηθήσει, ώστε να έλθουν φρουροί ,έως ότου, αφού βγάλουν από τη μέση τους κακούς,τακτοποιήσουν το πολίτευμα.Υπόσχονταν δε να τους τρέφουν οι ίδιοι.Κι αυτός επειδή πείσθηκε τους βοήθησε ,ώστε να σταλούν φρουροί και ο Καλλίβιος ως αρμοστής.Όταν όμως πήραν αυτοί τη φρουρά ,από τη μια μεριά πρόσφεραν στον Καλλύβιο κάθε είδους φροντίδα ,για να τους επαινεί για όλα όσα εκαναν κι από την άλλη αφού αυτός έστελνε σ’αυτούς μερικούς από τους φρουρούς,όσους ήθελαν,τους συνελάμβαναν και βέβαια όχι τους κακούς και τους λίγο άξιους (που είχαν μικρή πολτική δύναμη),αλλά εκείνους για τους οποίους νόμιζαν ότι δεν θ’ανέχονταν να παραμερίζονται(από τους τριάκοντα) και ότι,αν τυχόν δοκίμαζαν ν’αντιδράσουν (εναντίον των τριάκοντα),θα έβρισκαν πολλούς συνεργούς.

Στη διάρκεια λοιπόν του πρώτου χρόνου,ο Κριτίας ήταν φίλος του Θηραμένη και συμφωνούσε μαζί του.Επειδή, όμως ο ίδιος είχε την τάση να σκοτώνει πολλούς και επειδή έφυγε διωκόμενος από το λαό, ο Θηραμένης διαφωνούσε λέγοντας ότι δεν θα ήταν φυσικό να θανατώνεται,αν κάποιος δεχόταν τιμές από το λαό και δεν έκανε κανένα κακό στους καλούς και γενναίους πολίτες, «επειδή κι εγώ κι εσύ,είπε,πολλά είπαμε και κάναμε ,για να αρέσουμε στην πόλη».Κι αυτός (επειδή ακόμη είχε οικειότητα με το Θηραμένη),απαντούσε λέγοντας ότι δεν θα επιτρεπόταν σ’όσους ήθελαν να υπερέχουν να μη βγάλουν από τη μέση , αυτούς που είχαν πολύ μεγάλη ικανότητα να δημιουργούν προβλήματα. «Κι αν νομίζεις ότι,επειδή είμαστε τριάντα κι όχι ένας,αυτή την εξουσία (τη δική μας )πρέπει να τη φροντίζουμε κάπως λιγότερο από όσο (φροντίζει κανείς )μια προσωπική,είσαι ανόητος.

Κεφ. 3  (50-56), Η καταδίκη του Θηραμένη
 

Όταν τελείωσε,αφού πρώτα είπε αυτά,(ο Θηραμένης) και η βουλή ήταν φανερό ότι τα επιδοκίμασε,ο Κριτίας,επειδή γνώριζε,ότι αν επιτρέψει στη βουλή ν’αποφασίσει γι’αυτόν,θα γλύτωνε και επειδή αυτό δεν θα μπορούσε να το ανεχθεί,βγήκε έξω -αφού πρώτα είπε στους τριάντα τυρράνους κάτι -και διέταξε αυτούς που είχαν τα μαχαίρια κάτω από τη μασχάλη να σταθούν μπροστά στα κιγκλιδώματα.Και μόλις μπήκε πάλι μέσα,είπε: «Εγώ,κύριοι βουλευτές,νομίζω ότι έργο του αληθινού ηγέτη είναι,όταν αυτός βλέπει τους φίλους του να εξαπατώνται,να μην το επιτρέπει.Κι εγώ λοιπόν,αυτό θα κάνω.Εφόσον μάλιστα αυτοί που έχουν σταθεί μπροστά στο κιγκλίδωμα λένε ότι δε θα μας το επιτρέψουν,αν αφήσουμε τον άνδρα αυτόν (το Θηραμένη),να καταστρέψει την ολιγαρχία.Ορίζεται βέβαια στους νέους νόμους να μη θανατώνεται κανείς από όσους περιλαμβάνονται στους τρεις χιλιάδες πολίτες.,χωρίς τη δική σας ψήφο,ενώ όσοι είναι έξω από τον κατάλογο να έχουν το δικαίωμα οι τριάντα να τους εκτελούν.Εγώ λοιπόν είπε,αυτόν εδώ το Θηραμένη το διαγράφω από τους καταλόγους με τη σύμφωνη γνώμη όλων μας (των τριάντα τυρράνων δηλαδή).Και αυτόν είπε,τον καταδικάζουμε εμείς σε θάνατο».Μόλις άκουσε αυτά ο Θηραμένης,πήδηξε πάνω στην εστία και είπε: «Εγώ,είπε,άνδρες,ικετεύω σε ό,τι πιο δίκαιο υπάρχει,να μην έχει ο Κριτίας το δικαίωμα να διαγράφει ούτε εμένα,ούτε όποιον θέλει από σας,αλλά σύμφωνα με το νόμο που αυτοί θέσπισαν,σχετικά με όσους περιέχονται στον κατάλογο,σύμφωνα μ’αυτόν κι εσείς κι εγώ να κρίνομαι.Και αυτό,είπε,δεν το αγνοώ,μα τους θεούς,ότι δηλαδή δε θα μου είναι αρκετός αυτός ο βωμός,αλλά θέλω κι αυτό ν’αποδείξω,ότι δηλαδή ουτοί όχι μόνο είναι πάρα πολύ άδικοι για τους ανθρώπους,αλλά και πάρα πολύ άσεβοι για τους θεούς.Εκπλήσσομαι όμως για λογαριασμό σας,άνδρες καλοί κι ενάρετοι,αν δε θα βοηθήσετε τους ίδιους σας τους εαυτούς και μάλιστα ενώ γνωρίζετε πως το δικό μου το όνομα δε σβήνεται ευκολότερα από το δικό σας».Ύστερα από αυτό,ο κήρυκας των τριάντα τυράννων διέταξε τους ένντεκα να κινηθούν εναντίον του Θηραμένη.Εκείνοι λοιπόν,αφού μπήκαν μέσα με τη συνοδεία των βοηθών και με επικεφαλής τον Σάτυρο , που ήταν θρασύτατος και ο πιο αναιδής,ο Κριτίας είπε: «Σας παραδίδουμε αυτόν εδώ το Θηραμένη,που έχει καταδικαστεί σύμφωνα το νόμο.Κι εσείς (οι έντεκα),αφού το συλλάβετε και τον οδηγήσετε εκεί που πρέπει,να κάνετε τα περαιτέρω». Μόλις είπε αυτά,ο Σάτυρος τον τραβούσε από το βωμό,τον τραβούσαν και οι βοηθοί του.Ο Θηραμένης από την άλλη,όπως ήταν φυσικό,επικαλείτο  θεούς και ανθρώπους να δουν όσα γίνονταν.Η βουλή όμως παράμενε αδρανής,επειδή έβλεπε και αυτούς που στέκονταν στο κιγκλίδωμα όμοιους με το Σάτυρο και το μπροστινό μέρος του βουλευτηρίου να είναι γεμάτο από φρουρούς κι επιπλέον, επειδή δεν αγνοούσαν ότι παρευρίσκονταν κρατώντας μαχαίρια.Κι αυτοί μετέφεραν τον άνδρα μέσα από την αγορά,ενώ εκείνος με δυνατή (μεγάλη) φωνή φανέρωνε τα όσα πάθαινε.Λέγεται μάλιστα ότι είπε μεταξύ άλλων και το εξής:Όταν ο Σάτυρος του είπε ότι θα κλάψει γοερά,αν δε σιωπήσει,απάντησε ρωτώντας: «Κι αν σιωπήσω,είπε,δε θα κλάψω άραγε;» και όταν έπινε το κώνειο καθώς αναγκαζόταν να πεθάνει,έλεγαν ότι όσο απέμεινε,αφού τό ‘ριξε σταγόνα σταγόνα παίζοντας τον κότταβο,είπε: «Στην υγειά του όμορφου Κριτία».Και δεν αγνοώ κι αυτό,ότι δηλαδή αυτά τα λόγια δεν είναι αξιόλογα,όμως κρίνω ως θαυμαστό κι εκείνο το χαρακτηριστικό του άνδρα,ότι δηλαδή ενώ ο θάνατος στεκόταν δίπλα του,η αυτοκυριαρχία και το χιούμορ δεν έλειψαν από τη ψυχή του.
 

Kεφάλαιο 4, 18-23. Νίκη των δημοκρατικών- Καθαίρεση των Τριάντα

Αφού είπε αυτά και στράφηκε προς τους εχθρούς ,έμενε ήρεμος .Γιατί και ο μάντης συμβούλευε αυτούς να μην επιτίθενται ,πριν κάποιος από τους δικούς τους ή σκοτωθεί ή τραυματιστεί .όταν όμως τούτο γίνει ,θα προχωρήσουμε εμείς πρώτοι ,είπε, και η νίκη θα συμβεί σ΄αυτούς που θα ακολουθήσουν ,σ΄εμένα όμως ο θάνατος ,καθώς προαισθάνομαι.Και δε διαψεύστηκε ,αλλά μόλις πήραν τα όπλα στα χέρια τους ,αυτός σαν να τον οδηγούσε κάποια μοίρα ,αφού πήδηξε ορμητικά πρώτος προς τα εμπρός και έπεσε πάνω στους εχθρούς,σκοτώνεται, και εχει θαφτεί στο πέρασμα του Κηφισού.Οι άλλοι όμως νικούσαν και καταδίωξαν τους εχθρούς ως το ίσιωμα.Από τους Τριάντα σκοτώθηκαν εδώ ο Κριτίας και ο Ιππόμαχος και από τους δέκα άρχοντες του Πειραιά ο Χαρμίδης ,ο γιος του Γλάυκωνα ,ενώ από τους άλλους περίπου εβδομήντα .Και πήραν βέβαια τα όπλα ,αλλά δεν αφαίρεσαν τους χιτώνες από κανέναν από τους νεκρούς πολίτες .Αφού έγινε αυτό και τους νεκρούς κατόπιν συμφωνίας απέδωσαν ,πολλοί ,αφού συναντιούνταν ,συνομιλούσαν μεταξύ τους.

Ο Κλεόκριτος τότε ,ο κήρυκας των μυστών (στα Ελευσίνια μυστήρια) που έιχε βροντώδη φωνή ,αφού επέβαλε σιωπή ,είπε : «Ανδρες πολίτες ,γιατί μας διώχνετε από την πόλη ; Γιατί θέλετε να μας σκοτώσετε ; Εμείς ποτέ ως τώρα δε σας κάναμε κακό , αλλά και έχουμε πάρει μαζίσας στις πιο σεβαστές τελετές και θυσίες,και στις πιο ωραίες γιορτές ,και έχουμε υπάρξει συγχορευτές και συμφοιτητές και συστρατιώτες ,και πολλούς κινδύνους έχουμε περάσει μαζί σας και στη στεριά ,και στη θάλασσα ,για την κοινή σωτηρία και των δυο μας και ελευθερία.Στο όνομα των θεών των πατέρων και των μητέρων μας ,και στο όνομα της συγγένειας εξ αίματος και εξ αγχιστείας ,και στο όνομα των πολτικών συλλόγων μας ,γιατί σε όλα αυτά πολλοί από μας συμμετέχουμε μαζί σας από σεβασμό προς τους θεούς και προς τους ανθρώπους ,σταματήστε να κάνετε ανόσιες πράξεις στην πατρίδα και μην υπακούτε στους ασεβέστατους Τριάντα ,οι οποίοι για χάρη προσωπικών κερδών μέσα σε οκτώ μήνες έχουν σκοτώσει σχεδόν περισσότερους από όσους όλοι οι Πελοποννήσιοι πολεμώντας δέκα χρόνια.

Και ενώ είναι δυνατό σε μας να ζούμε ειρηνικά ως πολίτες ,αυτοί μας έριξαν στον πιο αισχρό και βλαβερό και ανόσιο και μισητό,και σε θεούς,και σε ανθρώπους πόλεμο.Και μάθετε καλά ότι από όσους σκοτώσαμε τώρα όχι μόνο εσείς ,αλλά κι εμείς μερικούς ,τους θρηνήσαμε πικρά».

Αυτός τέτοια έλεγε .Οι υπόλοιποι αρχηγοί (των ολιγαρχικών) και για το ότι οι δικοί τους άκουαν επίσης αυτά, τους οδήγησαν ξανά στην πόλη.Την επόμενη μέρα οι Τριάντα πολύ ταπεινωμένοι και απομονωμένοι κάθονταν στην αίθουσα συναδριάσεων .Από τους Τρισχιλίους, όσοι οπουδήποτε ήταν τοποθετημένοι σε όλα τα μέρη της πόλης ,διαφωνούσαν μεταξύ τους .Γιατί όσοι βέβαια είχαν διαπράξει σοβαρό αδίκημα και φοβούνταν ,υποστήριζαν με έμφαση ότι δεν έπρεπε να υποχωρούν σε αυτούς του Πειραιά .Οσοι όμως πίστευαν ότι δεν έχουν κάνει κανένα αδίκημα και οι ίδιοι συλλογίζονταν και τους άλλους προσπαθούσαν να διαφωτίσουν ότι κανένας λόγος δεν συνέτρεχε να υποφέρουν από τα δεινά και έλεγαν ότι δεν πρέπει να υπακούουν στους Τριάντα ούτε να τους επιτρέπουν να καταστρέφουν την πόλη.Τέλος αποφάσισαν εκείνους να καθαιρέσουν και άλλους να εκλέξουν .Και επέλεξαν δέκα, έναν από κάθε φυλή.

Κεφ. 4, 37-43, Η αποκατάσταση της δημοκρατίας
 

΄Οταν λοιπόν αυτοί αναχώρησαν για τη Σπάρτη,έστελναν αντιπροσώπους και οι ολιγαρχικοί από το άστυ,λέγοντας πως αυτοί παραδίδουν τα τείχη και τους εαυτούς τους στους Λακεδαιμόνιους ,για να τους μεταχειριστούν όπως θέλουν.Έλεγαν όμως ότι είχαν την αξίωση και αυτοί που ήταν στον Πειραιά ,αν ισχυρίζονται πως είναι φίλοι των Λακεδαιμόνίων,και τον Πειραιά να παραδώσουν ,και τη Μουνιχία.Αφού λοιπόν τα άκουσαν όλα αυτά, οι έφοροι και η μικρή συνέλευση εστειλαν δεκαπέντα άνδρες στην Αθήνα και διέταξαν να επιβάλουν τη συμφιλίωση,όπως μπορούσαν καλύτερα,με την επίβλεψη του Παυσανία.Κι αυτοί πέτυχαν τη συμφιλίωση με τον όρο να έχουν ειρήνη μεταξύ τους και ο καθένας να γυρίσει σπίτι του ,εκτός από τους Τριάντα και τους Έντεκα και τους δέκα που κυβέρνησαν στον Πειραιά.Αν όμως κάποιοι από το άστυ φοβούνταν,αποφάσισαν να μπορούν να κατοικούν στην Ελευσίνα. Αφού λοιπόν ολκληρώθηκαν αυτά , ο Παυσανίας διέλυσε το στράτευμα και όσοι ήταν στον Πειραιά ανέβηκαν με τα όπλα τους στην ακρόπολη και έκαναν θυσία στη θεά Αθηνά.Οταν επέστρεψαν έκαναν συνέλευση οι στρατηγοί και τότε ο Θρασύβουλος είπε τα εξής: «Σας συμβουλεύω,άνδρες από το άστυ,να γνωρίσετε τους εαυτούς σας.Και θα τον γνωρίζατε πολύ καλά,αν αναλογιζόσασταν ,για ποιο λόγο πρέπει να καυχιέστε,ώστε να επιχειρείτε να μας κυβερνήσετε.Μήπως είστε πιο δίκαιοι ; Αλλά ο λαός αν και είναι φτωχότερος από σας,ποτέ ως τώρα σε τίποτα δε σας αδίκησε.Ενώ εσείς ,αν και είστε πλουσιώτεροι από όλους ,έχετε πράξει πολλά και αισχρά πράγματα,εξαιτίας του κέρδους.Αφού λοιπόν δεν έχετε καμμιά σχέση με τη δικαιοσύνη,σκεφτείτε αν άραγε πρέπει να καυχιέστε για την ανδρεία σας.Και ποια κρίση θα μπορούσε να είναι καλύτερη γι’αυτό παρά πώς πολεμήσαμε μεταξύ μας;Αλλά θα λέγατε ότι υπερέχετε στην ευφυία ,που ενώ διαθέτετε και τείχος και όπλα και χρήματα και συμμάχους Πελοποννήσιους,έχετε περικυκλωθεί και συλληφθεί από εκείνους που δεν είχαν τίποτε από αυτά;Αλλά για τους Λακεδαιμόνιους τάχα νομίζετε ότι πρέπει να καυχιέστε;Πώς όμως αυτοί ,αντίθετα,όπως τα σκυλιά που δαγκώνουν ,αφού τους βάλουν περιλαίμιο ,τα παραδίδουν ,έτσι κι εκείνοι,αφού σας παρέδωσαν στον αδικημένο αυτό λαό ,πήραν δρόμο;

Αλλά όμως εσείς άνδρες,αξιώνω να μην παραβείτε τίποτε από όσα έχετε ορκιστεί,αλλά κι αυτό εκτός των άλλων καλά να επιδείξετε,ότι και τους όρκους τηρείτε και τους θεούς σέβεστε».Αφού είπε αυτά και άλλα τέτοια,και ότι καθόλου δεν πρέπει να γίνονται πρόξενοι ταραχών,αλλά να εφαρμόζουν το παλαιό πολίτευμα,διέλυσε τη συνέλευση.Και τότε αφού εγκατέστησαν άρχοντες ,άρχισε η ομαλή πολιτική ζωή.Αργότερα ,όταν πληροφορήθηκαν ότι αυτοί που ήταν στην Ελευσίνα προσλαμβάνουν ξένους μισθοφόρους ,αφού εξεστράτευσαν με όλες τις δυνάμεις τους εναντίον τους ,σκότωσαν τους στρατηγούς τους , όταν ήλθαν για διαπραγματεύσεις και τους άλλους τους έπεισαν να συμφιλιωθούν,αφού τους έστειλαν τους φίλους και τους συγγενείς τους.Και αφού ορκίστηκαν αληθινά να μη θυμούνται παλιά αδικήματα στο μέλλον,ακόμη και τώρα μαζί ζουν (αρμονικά) ως πολίτες και ο λαός τηρεί απαράβατα τους νόμους.

ΞΕΝΟΦΩΝΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ : Μετάφραση § 16-32

ΞΕΝΟΦΩΝΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Μετάφραση

§ 16-21

Και οι Αθηναίοι εξορμώντας με το στόλο από τη Σάμο λεηλατούσαν τη χώρα του βασιλιά (της Περσίας) και έπλεαν απειλητικά ενάντια στη Χίο και την Έφεσο και ετοιμάζονταν για ναυμαχία και εξέλεξαν επιπλέον το Μένανδρο τον Τυδέα και τον Κηφισόδοτο ως στρατηγούς μαζί με τους ήδη υπάρχοντες. Παράλληλα ο Λύσανδρος ξεκινά με το στόλο από τη Ρόδο έχοντας δίπλα του τις ακτές της Ιωνίας για τον Ελλήσποντο με σκοπό και να ματαιώσει την αναχώρηση των πλοίων και να επαναφέρει στην κυριαρχία των Σπαρτιατών τις πόλεις που είχαν αποστατήσει από αυτούς. Και οι Αθηναίοι επίσης από τη Χίο βγήκαν από το λιμάνι στην ανοιχτή θάλασσα γιατί τα μικρασιατικά παράλια ήταν εχθρικά σε αυτούς˙ ο Λύσανδρος πάλι από την Άβυδο πλέοντας παράλληλα προς τις ακτές κατευθύνονταν στη Λάμψακο που ήταν σύμμαχος των Αθηναίων˙ συνάμα οι Αβυδηνοί και οι υπόλοιποι ακολουθούσαν με τα πόδια κατά μήκος της παραλίας˙ και ο Θώρακας ο Λακεδαιμόνιος ήταν επικεφαλής (τους). Στη συνέχεια αφού επιτέθηκαν στην πόλη (την) κυριεύουν (ή κυρίευσαν) με έφοδο, και οι στρατιώτες (τη) λήστεψαν, καθώς ήταν πλούσια και γεμάτη από κρασί και δημητριακά και άλλα εφόδια˙ ο Λύσανδρος όμως άφησε σώους και αβλαβείς όλους του πολίτες. Οι αθηναίοι εξάλλου ακολουθώντας από κοντά με το στόλο τους αγκυροβόλησαν με εκατόν ογδόντα καράβια στον Ελαιούντα της Χερσονήσου. Εκεί λοιπόν τα σχετικά με τη Λάμψακο γνωστοποιούνται σε αυτούς την ώρα που έτρωγαν για μεσημέρι και αμέσως ανοίχτηκαν στο πέλαγος για τη Στηστό. Από εκεί, αφού εσπευσμένα εφοδιάστηκαν με τρόφιμα κατευθύνθηκαν με το στόλο στους Αιγός Ποταμούς απέναντι από τη Λάμψακο˙ ο Ελλήσποντος σε εκείνο το σημείο είχε πλάτος δεκαπέντε στάδια περίπου. Εκεί λοιπόν έτρωγαν για βράδυ.

§ 22-24

Ο Λύσανδρος την επόμενη νύχτα αφού είχε ήδη ξημερώσει, έδωσε σήμα στους ναύτες, αφού γευματίσουν, να επιβιβαστούν και, αφού ετοίμασε τα πάντα για ναυμαχία (όπως το ίδιο θα έκανε κάθε αρχηγός στόλου, προκειμένου να ναυμαχήσει), παράλληλα δε τοποθετούσε στα πλευρά των πλοίων τα προστατευτικά από τα βέλη των εχθρών δερμάτινα παραπετάσματα, προειδοποίησε κατηγορηματικά ότι δε θα κινηθεί κανείς από την παράταξη ούτε θα ανοιχτεί στο πέλαγος. Οι Αθηναίοι πάλι με την ανατολή του ήλιου παρατάχθηκαν για ναυμαχία μπροστά στο λιμάνι σε μετωπική διάταξη. Επειδή όμως ο Λύσανδρος δεν έβγαλε κι αυτός τα πλοία από το λιμάνι (για να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους) και ήδη άρχιζε να νυχτώνει, ανέκρουσαν πρύμη για τους Αιγός Ποταμούς. Παράλληλα ο Λύσανδρος πρόσταξε τα γρηγορότερα σκάφη (του) να ακολουθήσουν πρώτα τους Αθηναίους, έπειτα να γυρίσουν πίσω και να του αναφέρουν, αφού παρατηρήσουν προσεκτικά τι κάνουν, όταν βγουν στη στεριά (οι Αθηναίοι). Και δεν άφησε ο Λύσανδρος τους ναύτες να βγουν πρωτύτερα από τα καράβια παρά μόνο αφού ήρθαν αυτές (οι τριήρεις). Αυτή την τακτική συνέχιζε (ο Λύσανδρος) για τέσσερις μέρες˙ και οι Αθηναίοι επανειλημμένα έβγαιναν στην ανοιχτή θάλασσα, για να συγκρουστούν.

§ 25-27

Παράλληλα ο Αλκιβιάδης επειδή παρατήρησε από τα τείχη πρώτα ότι οι Αθηναίοι ήταν αγκυροβολημένοι σε ανοιχτή παραλία και όχι κοντά σε κάποια πόλη, έπειτα ότι αναζητούσαν τα αναγκαία από τη Σηστό, δεκαπέντε στάδια μακριά από τα καράβια (ότι) οι εχθροί όμως (είχαν αγκυροβολήσει) σε λιμάνι και κοντά σε πόλη και είχαν τα πάντα, επέμενε ότι αυτοί δεν είχαν αγκυροβολήσει σε πρόσφορη περιοχή και (τους) συμβούλευε να μετακινηθούν σε άλλο αγκυροβόλι στη Σηστό, κοντά και σε λιμάνι δηλαδή και σε πόλη˙ εάν είστε εκεί, είπε θα ναυμαχήσετε όταν (το) θελήσετε Αλλά οι στρατηγοί και ιδιαίτερα ο Τυδέας και ο Μαίνανδρος τον πρόσταξαν να φύγει γιατί  (είπαν) ότι εκείνοι τώρα είναι στρατηγοί, όχι εκείνος. Και (έτσι) αυτός σηκώθηκε κι έφυγε Ο Λύσανδρος τότε αφού (ήδη) ήταν η πέμπτη μέρα για τους Αθηναίους, αφότου έπλεαν εναντίον του, είπε σε αυτούς που κατ’ εντολή του (τους) ακολουθούσαν, όταν διαπιστώσουν ότι αυτοί έχουν αποβιβαστεί και ότι έχουν διασκορπιστεί στην Χερσόνησο (πράγμα βέβαια που πολύ συχνά έκαναν κάθε μέρα, επειδή και αγόραζαν από μακριά τα τρόφιμα και περιφρονούσαν ήδη το Λύσανδρο, γιατί δεν έβγαζε και αυτός τα πλοία του στο ανοιχτό πέλαγος) επιστρέφοντας με τα πλοία προς αυτόν (είπε ) να υψώσουν ψηλά μια ασπίδα στη μέση της διαδρομής. Και εκείνοι πραγματοποίησαν αυτά όπως πρόσταξε.
 

§ 28-29

Ο Λύσανδρος τότε αμέσως έδωσε το σύνθημα να πλεύσουν κατεσπευσμένα στην πορεία συμπορεύονταν δε και ο Θώρακας με τις χερσαίες δυνάμεις. Και ο Κόνωνας, μόλις είδε την επιθετική κίνηση του στόλου των αντιπάλων έδωσε εντολή να τρέξουν στα πλοία αμέσως. Επειδή όμως οι ναύτες είχαν διασκορπιστεί στη στεριά, αλλά από τα πλοία ήταν με κωπηλάτες σε δύο σειρές κουπιά, άλλα σε μια σειρά και άλλα (ήταν) εντελώς άδεια˙ το πλοίο όμως του Κόνωνα και άλλα επτά γύρω του πλήρως επανδρωμένα και η Πάραλος ανοίχτηκαν όλα μαζί στο πέλαγος, ο Λύσανδρος όμως συνέλαβε όλα τα άλλα προς την ακτή. Και έπιασε αιχμάλωτους τους πιο πολλούς άντρες στη στεριά˙ οι υπόλοιποι ζήτησαν καταφύγιο στα μικρά οχυρά. Στη συνέχεια ο Κόκωνας καθώς έφευγε με τα εννέα πλοία αφού συνειδητοποίησε ότι ο στόλος των Αθηναίων είχε καταστραφεί αφού προσόρμισε στην Αβαρνίδα το ακρωτήρι της Λαμψάκου πήρε από εκεί τα μεγάλα πανιά των καραβιών του Λύσανδρου και ο ίδιος με οκτώ πλοία κατευθύνθηκε προς την Κύπρο κοντά στον Ευαγόρα, ενώ η Πάραλος προς την Αθήνα, για να αναγγείλει τα γεγονότα.

§ 30-32

Ο Λύσανδρος τότε μετέφερε στη Λάμψακο και τα πλοία και τους αιχμαλώτους και όλα τα υπόλοιπα, και από τους στρατηγούς συνέλαβε επίσης και τους άλλους και το Φιλοκλή και τον Αδείμαντο. Και τη μέρα κατά την οποία έφερε σε πέρας αυτά, την ίδια ακριβώς έστειλε στη Σπάρτη το Θεόπομπο, πειρατή από τη Μίλητο, για να γνωστοποιήσει τα γεγονότα, ο οποίος αφού έφτασε μετά από τρεις ημέρες (τα) γνωστοποίησε. Μετά από αυτά ο Λύσανδρος, αφού συγκάλεσε τους συμμάχους, τους πρόσταξε να αποφασίσουν σχετικά με το θέμα των αιχμαλώτων. Εκεί (στη σύναξη), λοιπόν, πολλά ως μομφές εκτοξεύονταν σε βάρος των Αθηναίων και για εκείνα τα εγκλήματα πολέμου που είχαν ήδη διαπράξει και όσα είχαν αποφασίσει να κάνουν δηλαδή να αποκόψουν τα δεξί χέρι όλων αυτών που θα συλλαμβάνονταν ζωντανοί αν νίκησαν στη ναυμαχία, και ότι, όταν κάποτε είχαν αιχμαλωτίσει δύο τριήρεις, μία από την Κόρινθο και μία από την Άνδρο, έριξαν από αυτές στη θάλασσα όλους τους άντρες. Και ο Φιλοκλής ήταν στρατηγός των Αθηναίων, ο οποίος και τους σκότωσε. Και άλλα πολλά διατυπώνονταν και αποφάσισαν να σκοτώσουν όσους από τους αιχμαλώτους ήταν Αθηναίοι εκτός από τον Αδείμαντο, γιατί μόνο αυτός στην εκκλησία του δήμου ήταν αντίθετος στο ψήφισμα για το κόψιμο των χεριών˙ κατηγορήθηκε όμως από μερικούς ότι πρόδωσε το στόλο. Και ο Λύσανδρος αφού πρώτα ρώτησε το Φιλοκλή, ο οποίος πέταξε στη θάλασσα τους Ανδρίους και τους Κορινθίους, τι του έπρεπε να πάθει, μια και άρχισε πρώτος να παρανομεί σε Έλληνες τον καρατόμησε.

Ακολουθήστε μας

Log in

Ε! Πριν φύγεις...

Κάνε εγγραφή στο Newsletter της Φιλολογικής γωνιάς για να λαμβάνεις πρώτος νέα, κρυφό υλικό, ενημερώσεις και πολλά άλλα!